Τετάρτη, 29 Μαΐου 2019

ΟΙ ΑΔΕΙΕΣ ΤΩΝ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΩΝ ΔΕΝ ΠΡΟΫΠΟΘΕΤΟΥΝ ΜΕΤΑΜΕΛΕΙΑ

 

Χ. Σεβαστίδης: Οι άδειες κρατουμένων δεν προϋποθέτουν μεταμέλεια

                                                                                    αναδημοσίευση από το efsyn.gr

Με μία ηχηρότατη παρέμβαση ο πρόεδρος της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων Εφέτης, Χριστόφορος Σεβαστίδης, ξεκαθαρίζει απολύτως τις σκόπιμες παρερμηνείες του ευεργετικού δικαιώματος των αδειών κρατουμένων.
Προηγήθηκε με αφορμή το απορριπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Βόλου για τον κρατούμενο Δημήτρη Κουφοντίνα η άσκηση αναίρεσης από την εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και η ομόφωνη απόφαση του Συμβουλίου που συντάχτηκε με την παρέμβαση της Ξένης Δημητρίου.

Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στον «Δικαστή» (το επίσημο περιοδικό της ΕΔΕ):
«Έξι συμβούλια φυλακών –στα οποία συμμετέχει ένας εισαγγελικός λειτουργός, ένας κοινωνικός λειτουργός και ο διευθυντής του καταστήματος κράτησης- ομόφωνα δέχτηκαν στο παρελθόν ότι συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις και χορήγησαν άδειες στον κρατούμενο Δ. Κουφοντίνα. Το Νοέμβριο του 2017 και τον Φεβρουάριο του 2018 ζητήθηκε από την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου ο πειθαρχικός έλεγχος των εισαγγελέων, που συμμετείχαν στα συμβούλια αυτά. 

Τον Φεβρουάριο του 2019 για πρώτη φορά δημιουργήθηκε διχογνωμία στο συμβούλιο φυλακών για το ίδιο αίτημα του ίδιου κρατουμένου και η υπόθεση εισήχθη προς κρίση στο Δικαστικό Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Βόλου, το οποίο με το υπ' αριθμό 37/2009 βούλευμα απέρριψε την χορήγηση άδειας. Με το ίδιο σκεπτικό απορρίφθηκε πριν λίγες εβδομάδες όμοιο αίτημα από το ίδιο δικαστικό συμβούλιο με το υπ' αριθμό 93/2019 βούλευμα.
Η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου αυτή τη φορά άσκησε αναίρεση κατά του βουλεύματος για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. Πέρα από το ακατανόητο της πειθαρχικής δίωξης δικαστικών λειτουργών για την ελεύθερη δικαιοδοτική τους κρίση – βασικό θεμέλιο της δικαστικής ανεξαρτησίας- είναι βέβαιο ότι δημιουργήθηκε σύγχυση για τον ορθό νομικό τρόπο αντιμετώπισης τέτοιων υποθέσεων. Με το υπ' αριθμό 1001/2019 βούλευμά του ο Άρειος Πάγος έλυσε το νομικό θέμα που ανέκυψε και δέχτηκε το δικαίωμα άδειας από τις φυλακές και για τους πολυισοβίτες.

Πέρα από το παραπάνω νομικό ζήτημα το βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Βόλου είχε και μια επάλληλη σκέψη απόρριψης της αίτησης χορήγησης άδειας. Στις προϋποθέσεις χορήγησής της περιλαμβάνεται η εκτίμηση ότι δεν συντρέχει κίνδυνος τέλεσης νέων εγκλημάτων κατά τη διάρκεια της άδειας καθώς και η προσδοκία ότι δεν υπάρχει κίνδυνος φυγής και ότι ο κρατούμενος δεν θα κάνει κακή χρήση της άδειάς του. Ορθά δέχεται το βούλευμα ότι στην έννοια του σωφρονισμού δεν περιλαμβάνεται η ιδεολογική μεταστροφή του καταδικασθέντος. Εγώ θα συμπλήρωνα ότι δεν χρειάζεται ούτε η μεταμέλειά του για τις πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε.

Πρόκειται για στοιχείο που κρίθηκε κατά την επιμέτρηση της ποινής. Η επιβληθείσα ποινή εξαντλεί τις αξιώσεις της Πολιτείας έχοντας προσμετρήσει το είδος των εγκλημάτων που διαπράχθηκαν και την προσωπικότητα του δράστη. Τα Δικαστήρια δεν έχουν ρόλο πολιτικού – ιδεολογικού καθοδηγητή και δεν ζητούν δηλώσεις μετανοίας και αποκήρυξης ιδεών που αποκλίνουν από τις κρατούσες αντιλήψεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η αποφυλάκιση του δικτάτορα Παττακού το 1990 «λόγω ανηκέστου βλάβης της υγείας» με την υποχρέωση να παρουσιάζεται ανά 15θήμερο στο Αστυνομικό Τμήμα της περιοχής του.

Μέχρι το τέλος της ζωής του παρέμεινε αμετανόητος υπεραμυνόμενος των εγκλημάτων της Χούντας. Δεν αμφισβητήθηκε τότε από κανέναν το δικαίωμα του εγκλείστου να αποφυλακιστεί για ανθρωπιστικούς λόγους και κανένας δεν ζήτησε από τον δικτάτορα να αποκηρύξει τις απόψεις του. Κυκλοφορούσε ελεύθερος ακόμα και γύρω από το Πολυτεχνείο χωρίς να θεωρηθεί πρόκληση και ασέβεια στους νεκρούς του 1973! Συνέχιζε να έχει επαφές με κύκλους και πολιτικά κόμματα που ήταν και είναι θιασώτες της δικτατορίας, χωρίς αυτό το γεγονός να θεωρηθεί επιβαρυντικό για την υφ' όρον απόλυσή του. Και σωστά!

Θα πρέπει επίσης να γίνεται μια διάκριση μεταξύ των ιδεολογικών αρχών του κρατουμένου που υποστηρίζουν το αναγκαίο της ένοπλης δράσης για την κοινωνική αλλαγή και της έμπρακτης συμπεριφοράς του κατά το διάστημα που έκανε χρήση της άδειάς του. Αυτό που ενδιαφέρει το Δικαστήριο είναι το δεύτερο. Πως συμπεριφέρθηκε ο κρατούμενος τις προηγούμενες φορές που έλαβε άδεια. Εάν ήταν ή όχι συνεπής με τις υποχρεώσεις που του επιβάλει ο νόμος. Εάν η συμπεριφορά του κατά το χρόνο που βρίσκονταν σε άδεια δημιουργεί βάσιμα υποψίες ότι ετοιμάζεται να τελέσει νέα εγκλήματα ή εκδηλώνει έμπρακτα την πρόθεσή του να μην επιστρέψει στο κατάστημα κράτησης.

Η ιδεολογικοπολιτική και φιλοσοφική συζήτηση για τον ρόλο της βίας στην ιστορία είναι πολύ παλιά και δεν λύνεται με δικαστικές αποφάσεις. Το σημερινό αστικό – κοινοβουλευτικό πολίτευμα εδραιώθηκε στην Ευρώπη μετά την Γαλλική Επανάσταση του 1789 και την βίαιη σύγκρουση με τους φεουδαρχικούς θεσμούς και την Βασιλεία. Η ανθρώπινη ιστορία είναι μια ιστορία συγκρούσεων, πολέμων και συνεχών βίαιων αλλαγών σε οικονομικό και πολιτικό επίπεδο. Εκφεύγει ωστόσο της αρμοδιότητάς του Δικαστηρίου ή του Συμβουλίου Φυλακών κάθε ενασχόληση με τέτοια ζητήματα.

Στην Ευρώπη και στον υπόλοιπο κόσμο υπάρχουν νόμιμα πολιτικά κόμματα, πολλά από τα οποία κυβερνούν ή συγκυβερνούν και τα οποία ανοιχτά υποστηρίζουν δικτατορίες που επιβλήθηκαν και τα φοβερά εγκλήματα που αυτές διέπραξαν. Όσο τα πολιτικά αυτά κόμματα δεν λειτουργούν και τα ίδια ως εγκληματική οργάνωση και δεν συμμετέχουν σε διάπραξη εγκλημάτων, λειτουργούν επιτρεπτά μέσα στη Δημοκρατία. Η δυνατότητα αυτή που δεν αμφισβητείται σε οργανωμένα πολιτικά κόμματα ασφαλώς και είναι ανεκτή με την αναγνώριση αντίστοιχου δικαιώματος σε έναν πολίτη.

Ο αντίλογος που θα μπορούσε εδώ να υπάρξει είναι ότι ο κατάδικος για τρομοκρατία έχει προχωρήσει ήδη στην πράξη και δεν έμεινε στο στάδιο της θεωρίας ή της φανερής ιδεολογικής υποστήριξης της ένοπλης βίας. Ωστόσο για τις πράξεις που τέλεσε έχει ήδη καταδικαστεί και τιμωρείται. Αυτό που μένει πλέον είναι ο χώρος των ιδεών του.

Το να ζητείται από έναν κρατούμενο να αποκηρύξει τις ιδεολογικές του πεποιθήσεις –όποιες κι' αν είναι αυτές, όσο αποκρουστική κι' αν είναι η ατομική βία σε επίπεδο ηθικό, όσο προβοκατόρικα και υπονομευτικά κι' αν λειτουργεί σε επίπεδο διεκδίκησης κοινωνικών δικαιωμάτων- και να συμμορφωθεί με το αξιακό σύστημα που επικρατεί, θα οδηγούσε πολλές φορές είτε σε μια υποκριτική και κατ' επίφαση δήλωση μετάνοιας, μη επαληθεύσιμη αφού εδράζεται αποκλειστικά στην ενδιάθετη βούληση του δηλούντος, είτε σε ρητή άρνηση συμμόρφωσης. Και στις δύο αντικειμενικά όμοιες περιπτώσεις οι θεωρητικές πιθανότητες «κινδύνου» για την κοινωνία είναι οι ίδιες. Στην πρώτη περίπτωση αμβλύνεται το υποκειμενικό αίσθημα φόβου ενώ στη δεύτερη οξύνεται. Πρόκειται όμως για κριτήριο αρκετά επισφαλές και καθόλου χρήσιμο στην αξιολόγηση.

Ίδια ή παρεμφερή διλήμματα αξιολόγησης της προσωπικότητας ενός κρατουμένου καλούνται συχνά να αντιμετωπίσουν δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί.  Οδηγός στη λήψη απόφασης δεν μπορεί να είναι ούτε ο φόβος άσκησης πειθαρχικού ελέγχου ούτε η πιθανότητα αναίρεσης της απόφασης ή του βουλεύματος, αλλά μόνο το ελεύθερο φρόνημα και ο ορθός και απόλυτα τεκμηριωμένος νομικός συλλογισμός».


 

ΑΡΧΕΙΟ