Δευτέρα, 6 Οκτωβρίου 2014

ΠΩΣ ΚΕΡΔΟΣΚΟΠΟΥΝ ΟΙ ΤΡΑΠΕΖΕΣ ΤΩΝ ΦΥΛΑΚΩΝ


Πώς κερδοσκοπούν οι τράπεζες των φυλακών από τους κρατούμενους και τις οικογένειές τους

                                                   (αναδημοσίευση από το omniaTV)

του Ντάνιελ Γουάγκνερ σε συνεργασία με την Έλινορ Μπελ

Τζόνσον Σίτι, Τενεσί. Η Πατ Τέυλορ δεν πιστεύει στα δάνεια. Κρατά τους λογαριασμούς της κάτω από το κρεβάτι της, μέσα σε ένα νάυλον σακουλάκι τοποθετημένο κάτω από ένα φωτογραφικό άλμπουμ και φροντίζει να τους ξεχρεώνει σχολαστικά. Για την Τέυλορ, το να μπορείς να ζεις με αυτά που βγάζεις αποτελεί μέρος μιας χριστιανικής ηθικής.
Τελευταία, η Τέυλορ, που είναι στην ηλικία των 64 ετών, νιώθει ένα δίλημμα ανάμεσα σε αυτό και την επιθυμία της να είναι μια καλή μητέρα που δίνει αγάπη και στήριξη στο γιο της, Έντυ.
Ο Έντυ, 38 ετών, εκτίει ποινή 20 ετών στο Κέντρο Φυλακών Μπλαντ για ένοπλη ληστεία. Αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε μια πολιτειακή φυλακή μεσαίας ασφαλείας στη Βιρτζίνια, 137 μίλια βορειοδυτικά από την πόλη Τζόνσον , πέρα από τις κοιλάδες και τις κορυφές των βουνών Blue Ridge, εδώ στην καρδιά της Αππαλάχειας. Το κόστος συντήρησης του Έντυ αλλά και των επισκέψεων από τη μητέρα του συνεχώς αυξάνονται, οπότε η Πατ αναγκάζεται να κάνει κάποιες υποχωρήσεις.
«Θα του έστελνα λεφτά ακόμα κι αν έμενα απένταρη, επειδή ήδη κάποιες φορές όταν πάω να τον δω δεν μου περισσεύουν για να πληρώσω τους λογαριασμούς του σπιτιού».
Ανάμεσα στο πετρέλαιο για το ταξίδι και τα ακριβά σάντουιτς από το αυτόματο μηχάνημα της φυλακής, το κόστος ανέρχεται γύρω στα $50, κάτι που έχει μεγάλο αντίκτυπο στο μικρό μεροκάματο της Τέυλορ ως οικιακή βοηθός. Έτσι, επισκέπτεται τον Έντυ μια εβδομάδα και την επομένη του στέλνει χρήματα.
Η Πατ, συνήθιζε να στέλνει χρήματα στο γιο της μέσω του τοπικού της ταχυδρομείου και αυτό δεν της κόστιζε περισσότερο από $2. Αλλά πέρσι τον Μάρτιο, το Τμήμα Φυλακών της Βιρτζίνια την πληροφόρησε πως μια ιδιωτική εταιρία, η JPay, είχε τώρα αναλάβει τη διακίνηση των χρημάτων που λάμβαναν οι κρατούμενοι στο λογαριασμό τους.
Επειδή η εταιρία αυτή έχει πολύ χρονοβόρες διαδικασίες όσον αφορά την αποστολή μετρητών, η Πατ ξεκίνησε να χρησιμοποιεί την χρεωστική της κάρτα για να του στείλει χρήματα. Για να στείλει $50 στον Έντυ, η Τέυλορ πρέπει να πληρώσει την JPay $6.95. Ανάλογα με το ποσό που μπορεί να του στείλει, η εταιρία παίρνει σε προμήθεια μέχρι και το 35% των χρημάτων. Σε άλλες πολιτείες, η εταιρία χρεώνει ακόμα και 45% στο ποσό που αποστέλλεται.
Εκτός από το ποσοστό που λαμβάνει η JPay και η ίδια η πολιτεία αφαιρεί ένα 15% από τα χρήματα αυτά για να καλύψει έξοδα δικαστηρίου και να πιστώσει τον υποχρεωτικό λογαριασμό αποταμίευσης κρατουμένου, χρήματα που ο Έντυ θα παραλάβει κατά την αποφυλάκισή του το 2021, εκτός φυσικά από τον τόκο που θα διατεθεί στο Τμήμα Φυλακών.
Ο Έντυ χρειάζεται χρήματα για να καλύψει το κόστος των βασικών αναγκών του μέσα στη φυλακή, όπως για παράδειγμα για αγορά οδοντόπαστας, επισκέψεις στο γιατρό της φυλακής και ζεστά ρούχα για το χειμώνα. Σε κάποιες πολιτείες οι οικογένειες χρεώνονται ακόμα και το χαρτί τουαλέτας, τον ηλεκτρισμό του κελιού, τα έξοδα διατροφής του κρατουμένου ακόμα και ένα μικρό ενοίκιο για το κελί, αφού οι κυβερνήσεις συνεχώς μεταφέρουν το κόστος λειτουργίας της φυλάκισης από τις φορολογικές εισπράξεις του κρατικού ταμείου στις οικογένειες των κρατουμένων.
«Για να πάρει $50, πρέπει να του στείλω $70 με την κάρτα μου», λέει η Τέυλορ, που αναγκάστηκε να μετακομίσει σε ένα μικρότερο διαμέρισμα έξω από την πόλη Τζόνσον, εν μέρει λόγω του ψηλού κόστους της συντήρησης του Έντυ. «Με αυτό τον τρόπο τιμωρούν τις οικογένειες, όχι τους κρατούμενους».
Η τιμή της φυλάκισης
Η εταιρία JPay και άλλες τράπεζες των φυλακών βγάζουν δεκάδες εκατομμύρια δολάρια κάθε χρόνο από τις οικογένειες των κρατουμένων για κάποιες πολύ βασικές οικονομικές υπηρεσίες που προσφέρουν. Το Κέντρο Δημόσιας Ακεραιότητας, σε μια εξάμηνη έρευνά του, βρήκε πως για να μπορούν να συντηρούν ένα κρατούμενο μέσω αυτού του συστήματος, κάποιες οικογένειες φτάνουν στο σημείο να διακόψουν την ιατρική τους ασφάλιση, να αναβάλουν την εξόφληση λογαριασμών τους και να περιορίσουν τα επισκεπτήρια των φυλακισμένων συγγενών τους.
Οι κρατούμενοι που εργάζονται μέσα στη φυλακή, κερδίζουν μέχρι 12 σεντς την ώρα σε κάποιες φυλακές, μεροκάματα που για δεκαετίες έχουν μείνει στάσιμα. Οι τιμές που πληρώνουν για τα απαραίτητα καταναλωτικά αγαθά, εν αντιθέσει, συνεχώς αυξάνονται.
Κτίζοντας λοιπόν εικονικούς θαλάμους «διοδίων» στην είσοδο της φυλακής, η εταιρία JPay έχει ανοίξει ένα κανάλι κερδοσκοπίας μιας σκοτεινής ομάδας εταιριών, που εκμεταλλεύονται εκατομμύρια φτωχές οικογένειες, που έτυχε να υπάρχει κάποιο μέλος τους στη φυλακή.
Η εταιρία, διευκολύνει τη ροή χρήματος μέσα στη φυλακή, κάτι που βοηθά και τα ίδια τα σωφρονιστικά ιδρύματα να πάρουν το δικό τους μερίδιο από το κέρδος. Οι φυλακές το κάνουν έμμεσα, με το να αφαιρούν χρήματα από το ποσό με τη μορφή «χρεώσεων» πριν καν το ποσό φτάσει στο λογαριασμό του κρατουμένου. Ακόμα, έχουν επιτρέψει στις τηλεφωνικές αλλά και άλλου είδους εταιρίες, να αυξάνουν τις τιμές υπό τον όρο να μοιραστούν το κέρδος.
Το συνολικό ποσό από τις χρεώσεις της JPay, των τηλεφωνικών εταιριών, του εμπορικού καταστήματος της φυλακής αλλά και της λειτουργίας της ίδιας της φυλακής, θέτει ένα μεγάλο εμπόδιο για τις φτωχές οικογένειες που έχουν ένα δικό τους άτομο στη φυλακή, που λόγω αυτού δεν μπορούν να ξεφύγουν από τη φτώχεια.

Το κόστος που επωμίζονται οι οικογένειες
«Το πρόβλημα δεν είναι απλά η μεταφορά των χρημάτων, αλλά η ύπαρξη ενός συστήματος που επιτρέπει να επωμίζονται οι οικογένειες των κρατουμένων το κόστος φυλάκισής τους», λέει ο Λι Πέτρο, ένας δικηγόρος που βοήθησε μέσω της δικαστικής οδού να επιβληθεί ένα χρηματικό όριο στις χρεώσεις των τηλεφωνικών κέντρων των φυλακών. Αν δεν υπήρχαν εταιρίες όπως η JPay, «θα ήταν πολύ δύσκολο να πάρεις χρήματα από τις οικογένειες και να τις αναγκάσεις να πληρώσουν για το κόστος κράτησης».
Μέσα σε 12 χρόνα η JPay είχε τέτοια ανάπτυξη που τώρα προσφέρει τις υπηρεσίες της σε περισσότερους από 1.7 εκατομμύρια κρατουμένους σε 32 πολιτείες των Η.Π.Α., που αποτελούν περίπου το 70% των κρατουμένων στις Αμερικανικές φυλακές.
Για τις οικογένειες του 40% των κρατουμένων, η JPay αποτελεί το μοναδικό μέσο για να στείλουν χρήματα σε ένα αγαπητό τους πρόσωπο στη φυλακή. Άλλοι μπορούν να επιλέξουν ανάμεσα σ’ αυτή την εταιρία και άλλες μικρότερες που λειτουργούν τηλεφωνικά, προσπαθώντας να ανταγωνιστούν το μονοπώλιο της JPay. Η Western Union επίσης εξυπηρετεί κάποιες από τις φυλακές.
Η JPay διαχειρίστηκε σχεδόν 7 εκατομμύρια συναλλαγές το 2013, με έσοδα πάνω από 50 εκατομμύρια δολάρια. Αναμένεται να μεταφέρει περισσότερα από 1 δισεκατομμύριο δολάρια την ερχόμενη χρονιά. (Η εταιρία απέρριψε το αίτημά μας για παροχή των οικονομικών της στοιχείων κι αυτά που εμπεριέχονται σε αυτό το άρθρο έχουν παρθεί από δημόσια έγγραφα και συνεντεύξεις με υπάλληλους και άτομα που έχουν προηγουμένως εργαστεί στην εταιρία).
«Εμείς έχουμε εφεύρει αυτή τη βιομηχανία», είπε ο τριανταεπτάχρονος Ράιαν Σαπίρο, δημιουργός της JPay και επί του παρόντος εκτελεστικός της διευθυντής, σε μια συνέντευξη που μας είχε παραχωρήσει τον Ιούνιο. «Όλοι οι άλλοι απλά προσπαθούν να μιμηθούν αυτό που κάνουμε εμείς και δεν το κάνουν και τόσο καλά θα έλεγα»
Ο Σαπίρο λέει πως η συνεργασία του με τις φυλακές έχει πολύ μεγάλο κόστος αφού προαπαιτεί ειδικά προγράμματα ασφαλείας ηλεκτρονικών υπολογιστών. Λέει πως οι χρεώσεις που επιβάλλονται είναι απαραίτητες και ότι το κέρδος της εταιρίας είναι πολύ περιορισμένο. Όπως υπάρχουν και οι ανταγωνιστές, που προσφέρουν τις ίδιες υπηρεσίες για πολύ λιγότερα χρήματα.
Η ανταγωνίστρια εταιρία ΝΙC, που βοηθά τις πολιτείες να δημιουργήσουν το δικό τους ιστότοπο, χρεώνει μόνο $2.40 για αποστολή χρημάτων σε κρατούμενους της πολιτείας Μέιν, ενώ μέχρι πρόσφατα, το Άρκανσας χρέωνε 5% του συνολικού ποσού, μέσα από τον επίσημο ιστότοπο της πολιτείας. Στη Φλώριδα, οι χρήστες των υπηρεσιών αυτών χρεώνονται 3.5% για να πληρώσουν οδικά πρόστιμα μέσω του ίντερνετ.
Παρά την έντονη ανάπτυξή της, η JPay έχει μέχρι τώρα καταφέρει να αποφύγει τον έλεγχο από οργανισμούς ρύθμισης κατανάλωσης.
Ως συνέπεια αυτού του άρθρου, το Τμήμα Οικονομικών Υπηρεσιών της Νέας Υόρκης έχει ξεκινήσει να εξετάζει τις πρακτικές εσόδων της εταιρίας, σύμφωνα με μια πηγή που γνωρίζει για το ζήτημα. Το άτομο αυτό απευθύνθηκε σε εμάς ανώνυμα, επειδή δεν δικαιούται να αναφέρει στοιχεία για υποθέσεις που η διερεύνησή τους δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί.
Η γρήγορη όμως ανάπτυξη της JPay προέρχεται εν μέρει από τις γενναιόδωρες συμφωνίες που κάνει με τα συστήματα της φυλακής. Η εταιρία επωμίζεται όλο το κόστος και αναλαμβάνει τη δουλειά που απαιτείται για τις χρηματικές μεταφορές, χωρίς οι φυλακές να πληρώσουν τίποτα. Και για κάθε έμβασμα που γίνεται σε αυτές τις πολιτείες- οι κρατούμενοι συνήθως λαμβάνουν ένα κάθε μήνα- κάθε φυλακή βγάζει από $0.50 μέχρι $2.50 σε κέρδος. Αυτοί οι διακανονισμοί για μοίρασμα του κέρδους, που γίνονται στις διαπραγματεύσεις συμβολαίων για να καλοπιάσουν αυτούς που θα κλείσουν τη συμφωνία, είναι γνωστοί στη βιομηχανία ως «προμήθειες».
Οι προμήθειες της πολιτείας του Ιλινόις από την JPay την περασμένη χρονιά, έφτασαν τις $4000 τον μήνα, σύμφωνα με στοιχεία που λήφθηκαν δια μέσω του νόμου για κοινοποίηση δημοσίων εγγράφων της πολιτείας.
Οι φυλακές συνήθως αφαιρούν χρεώσεις, ιατρικά έξοδα ή έξοδα για αγαθά που αφορούν την σωματική υγιεινή από τα ποσά που αποστέλλονται, αφήνοντας συχνά το υπόλοιπο των λογαριασμών κρατουμένων με αρνητικό πρόσημο. Αυτό εμποδίζει τους κρατούμενους από την αγορά «προαιρετικών» αγαθών όπως χαρτικά ή γερά παπούτσια, μέχρι να έχουν εξοφλήσει το χρέος τους.
Οι χρεώσεις που επιβάλλουν οι φυλακές για αντικείμενα τέτοιου είδους δεν είναι κάτι νέο. Αυτές οι πρακτικές ξεκίνησαν πριν τη δημιουργία της JPay, κυρίως από τηλεφωνικές εταιρίες και εμπορικά καταστήματα εντός των φυλακών. Αλλά με την αυτοματοποίηση της λειτουργίας πολλών υπηρεσιών στις φυλακές, οι τραπεζίτες έχουν βρει ένα τρόπο να βγάζουν πολύ περισσότερα χρήματα χωρίς καθόλου κόπο.
Εσώρουχα αξίας $100

«Οι λογαριασμοί που υπολείπονται χρήματα ως αποτέλεσμα των χρεώσεων των φυλακών και των ιδιωτικών εταιριών, αποθαρρύνουν τους οικονομικά αδύναμους ανθρώπους από το να βοηθήσουν συγγενικά τους πρόσωπα μέσα στη φυλακή», λέει η Λίντα Ντόλαν, 58 ετών, διευθύντρια μιας εταιρίας όπλων στην Καλιφόρνια. Την προηγούμενη χρονιά, όταν ο γιος της καταδικάστηκε σε εικοσαήμερη κράτηση στη φυλακή Αγία Λουσία στη Φλώριδα λόγω αμελούς οδήγησης, η Λίντα θέλησε να του αγοράσει ένα δεύτερο ζευγάρι εσώρουχα και κάλτσες. Η χρέωση της πολιτειακής φυλακής και το καθημερινό ενοίκιο για το κελί είχαν ήδη μετατρέψει το υπόλοιπο του λογαριασμού του γιού της, σε περίπου σε $70 μείον. Η Λίντα και ο σύζυγός της, ήταν τότε άνεργοι και δεν μπορούσαν να πληρώσουν $100 για ένα ζευγάρι εσώρουχα.
«Αν οι οικογένειες κρύβουν χαρτονομίσματα μέσα σε βιβλία για να τους τα δώσουν, είναι για να τους βοηθήσουν να καλύψουν τις καθημερινές τους ανάγκες», λέει η Λίντα. «Δεν είναι σωστό να κλέβει η πολιτεία τα λεφτά μας».
Ο διοικητής Γουίλιαμ Λόχορν του γραφείου του σερίφη στην Αγία Λουσία, μας είπε ότι οι κρατούμενοι χρεώνονται αρχικά $25 για την κράτησή τους και $3 καθημερινά για τη συντήρηση και τα ιατρικά τους έξοδα, ποσά που αν συγκεντρωθούν μπορούν εύκολα να φέρουν το λογαριασμό ενός κρατουμένου σε σημείο που να υπολείπονται χρήματα. Είπε πως δεν κανείς δεν έχει στερηθεί βασικές υπηρεσίες ή απαραίτητη φροντίδα και όταν οι κρατούμενοι έχουν χρήματα το μόνο που κάνουν είναι να τα πετάνε στα ζαχαρωτά και σε άλλα ανθυγιεινά φαγητά. Οι κρατούμενοι λαμβάνουν τα εμβάσματά τους μέσω του Touchplay, ενός ανταγωνιστή της JPay, που συχνά συνεργάζεται με τη μεγάλη εταιρία τροφίμων Aramark.
H λειτουργία των φυλακών που βασίζεται στην τσέπη των οικογενειών αλλά και των ίδιων των κρατουμένων δεν έχει μόνο οικονομικές συνέπειες, λέει ο Μπράιαν Νέλσον, που πέρασε 28 χρόνια σε μια πολιτειακή φυλακή για φόνο. Ο Νέλσον λέει πως έχει γίνει σημαντικός για την κοινωνία μετά την αποφυλάκισή του πριν τέσσερα χρόνια, επειδή κατάφερε να κρατήσει επαφή με την οικογένειά του και με ιερείς κατά τη διάρκεια κράτησής του σε κελί απομόνωσης. «Όταν οι κρατούμενοι δεν έχουν την ευχέρεια να διατηρήσουν επαφή με τον έξω κόσμο», λέει, «έχουν λιγότερα εφόδια για να επιτύχουν μια ομαλή μετάβαση στη ζωή έξω από τη φυλακή».
Ο αντίκτυπος στις φτωχιές οικογένειες είναι ιδιαίτερα σκληρός. Ο Νέλσον, είπε: «Μια γυναίκα που έχει τρία παιδιά και τον άντρα της στη φυλακή, έχει μια επιλογή: να στείλω λεφτά σε αυτόν για να κρατήσει επαφή με τα παιδιά του, ή να ταΐσω τα παιδιά;»
Οι οικονομικές ανάγκες των κρατουμένων δημιουργούν ένα μεγάλο αδιέξοδο, υποστηρίζει ο Νέλσον, γιατί για παράδειγμα δεν διατίθενται χειμωνιάτικα ρούχα για τους ανθρώπους στις φυλακές του βόρειου Ιλινόις, αφήνοντάς εκτεθειμένη την υγεία τους, εκτός κι αν βρουν τα χρήματα να προμηθευτούν τα μακριά εσώρουχα και μπότες που επιτρέπονται στις φυλακές.

Λεπτά περιθώρια
Ο ιδρυτής της JPay, Σαπίρο, ανυπομονεί να πει την ιστορία της εταιρίας του και πώς αυτή έχει καταφέρει να βοηθήσει οικογένειες, γιατί δεν μιλάμε απλά για γρήγορα εμβάσματα. Μόλις ένας κρατούμενος έχει πρόσβαση στα χρήματά του, η ίδια εταιρία προσφέρει και διάφορους τρόπους για να τα ξοδέψει, όπως αποστολή ηλεκτρονικών μηνυμάτων που χρεώνονται ανά σελίδα, δυνατότητα να κατεβάσουν μουσική και να αποκτήσουν MP3 players. Σε κάποιες πολιτείες, όταν οι κρατούμενοι αποφυλακιστούν, λαμβάνουν το υπόλοιπο του λογαριασμού τους σε κάρτες πληρωμών JPay, που έχουν πολύ ψηλότερες χρεώσεις από τις συνηθισμένες καταναλωτικές κάρτες.
Ο Σαπίρο θεωρεί πως αν οι χρεώσεις ήταν χαμηλότερες, η εταιρία του σίγουρα θα έχανε χρήματα. Απέρριψε την αίτησή μας για δημοσίευση των οικονομικών της εταιρίας του, όπως επίσης απέφυγε να μιλήσει και για το μισθό του.
Ο Σαπίρο είναι μέλος στο διοικητικό συμβούλιο ενός οργανισμού που παλεύει για τα δικαιώματα των κρατουμένων, όπου στο έντυπο που εκδίδει, υπάρχουν ολόκληρες σελίδες αφιερωμένες στις διαφημίσεις της εταιρίας. Το 2009, οργανισμός αυτός εξέλαβε ως δώρο από το ταμείο της JPay, μια επιταγή του ύψους $85, 400.
Ο ίδιος ζει σε ένα μικρό νησί κοντά στη βόρεια ακτή του Μαϊάμι Μπιτς μέσα σε ένα σπίτι αξίας περίπου ενός εκατομμυρίου δολαρίων. Πέρσι, μέσω μιας εταιρίας που υπάγεται σ’ αυτόν με το όνομα El Caballero LLC, αγόρασε ένα σκάφος με την ονομασία Sea Block, για μισό εκατομμύριο δολάρια.
Πηγαίνοντας στα κεντρικά γραφεία της εταιρίας, ένα πρωί του Ιουλίου, σταμάτησε για ένα μάθημα CrossFit, μια στρατιωτικού τύπου γυμναστική πειθαρχίας, την οποία απολαμβάνει επειδή εντείνει την ανταγωνιστική πλευρά του χαρακτήρα του. Έπειτα αφιέρωσε χρόνο για την καθημερινή του προσευχή.
«Οι οικογένειες που χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες μας, λατρεύουν την JPay», μας λέει. Καμαρώνει για την επισκεψιμότητα του ιντερνετικού του φόρουμ και για τα 174,000 «like» στη σελίδα του στο Facebook, όπου οι υπεύθυνοι μάρκετινγκ ποστάρουν χαρμόσυνα άρθρα για τις φυλακές. «Το πρόγραμμα Γάτες της Φυλακής στο πολιτειακό κέντρο κράτησης Γκουίνετ στην Τζώρτζια, στοχεύει στη διάσωση μικρών γατιών και βοηθά τον σωφρονισμό φυλακισμένων γυναικών», γράφει χαρακτηριστικά ένα άρθρο.
«Βγαίνουμε εκτός πορείας για να σιγουρευτούμε ότι νιώθουν άνετα, ότι, καταλαβαίνεις, ξοδεύουν χρήματα με μια εταιρία που πραγματικά νοιάζεται γι’ αυτούς», λέει ο Σαπίρο.
«Αν οι άνθρωποι δεν θέλουν να πληρώσουν τις χρεώσεις τους», λέει, «μπορούν πάντοτε να επιλέξουν να κάνουν έμβασμα μέσω ταχυδρομείου, εκτός από μερικές πολιτείες που τώρα πια χρεώνουν κι αυτές ένα ποσοστό».
Γύρω στις 400,000 άνθρωποι βρίσκονται φυλακισμένοι σε πολιτείες που απαγορεύεται η δωρεάν μεταφορά των χρημάτων, ένα γεγονός που ο Σαπίρο αγνοούσε παντελώς, απ’ ό,τι φάνηκε σε μια από τις συνεντεύξεις που μας έδωσε το καλοκαίρι.
«Όταν εξαρτάται από εμάς, τότε είναι εντελώς δωρεάν», λέει.

Χρονοβόρες μεταφορές χρημάτων
Για τα πρώτα δεκατέσσερα χρόνια της ποινής του Έντυ, η Πατ Τέυλορ έστελνε χρήματα με το ταχυδρομείο κατευθείαν στη φυλακή χωρίς κανένα κόστος εκτός από τα γραμματόσημα και ένα πολύ μικρό ποσό για τη μεταφορά. Έπειτα, πέρσι, της δόθηκαν οδηγίες να χρησιμοποιεί την JPay, στέλνοντας τα χρήματα σε ένα ταχυδρομικό κιβώτιο στη Φλώριδα. Η εταιρία τότε έβαζε τα χρήματα στο λογαριασμό του ΄Εντυ.
Με αυτό το νέο σύστημα περνούσαν εβδομάδες μέχρι ο Έντυ να δει τα χρήματα στο λογαριασμό του. Έτσι, η Πατ, όπως και πολλοί άλλοι, υποχώρησε και άρχισε να πληρώνει $6.95 για να γίνεται η μεταφορά αυτόματα μέσα από τη χρεωστική της κάρτα.
Ανακαλύφθηκε πως σε πολλές περιοχές της χώρας, οι καθυστερήσεις και άλλα εμπόδια, έκαναν την «δωρεάν επιλογή» αδύνατη για πολλές οικογένειες. Περισσότερες από 12 οικογένειες σε πέντε διαφορετικές πολιτείες μας είπαν πως οι μεταφορές των χρημάτων ξεκίνησαν να αργούν από τη στιγμή που η JPay ανέλαβε τη διοίκηση αυτής της υπηρεσίας.
Ο Σαπίρο λέει πως είναι «απόλυτα σοκαρισμένος» από τα παράπονα για τις καθυστερήσεις στις μεταφορές επειδή δεν είχε ποτέ ενημερωθεί ότι υπήρξαν τέτοια προβλήματα. Οι περισσότερες μεταφορές ολοκληρώνονται μέσα σε δύο-τρεις μέρες, είπε, εκτός κι αν το πρόσωπο που στέλνει τα χρήματα δεν έχει συμπληρώσει σωστά την αίτηση. Ανέφερε ότι το παράρτημα στη Βιρτζίνια είναι ιδιαίτερα αποδοτικό και επεξεργάζεται τις μεταφορές μέσα σε 24-48 ώρες. «Δεν καθυστερούν», μας είπε, «δεν υπάρχει συνωμοσία». Είπε πως η εταιρία θέλει οι άνθρωποι να χρησιμοποιούν την ηλεκτρονική μεταφορά χρημάτων «οπωσδήποτε», αλλά όχι επειδή αυτές οι μεταφορές είναι πιο κερδοφόρες. «Δεν προσπαθούμε να βγάλουμε χρήματα από όπου μπορούμε», είπε.
Πριν την JPay το χρηματικό έμβασμα γινόταν μέσα σε τρεις μέρες, λένε οι οικογένειες. Σήμερα ο χρόνος που απαιτείται για να φτάσει ένα έμβασμα στο λογαριασμό κρατουμένου ξεπερνά ακόμα και τον ένα μήνα, ανέφερε ο Μάρβιν Ροντρίγκεζ-Μπαρρέρα, ένας κρατούμενος στην πολιτειακή φυλακή υψίστης ασφαλείας «Κόκκινο Κρεμμύδι», σε μια επιστολή που είχε στείλει σε ακτιβιστές για τα δικαιώματα των κρατουμένων τον Φεβρουάριο.

Πιο γρήγορα στη Γουατεμάλα
«Κατάγομαι από την κεντρική Αμερική και γνωρίζω πως είναι φθηνότερη και πιο εύκολη η διαδικασία να στείλει η οικογένειά μου χρήματα στη Γουατεμάλα παρά σε μένα που βρίσκομαι εντός της ίδιας πολιτείας», έγραψε ο Ροντρίγκεζ-Μπαρρέρα. «Η παλιά μέθοδος με την αποστολή των χρημάτων ήταν φθηνότερη, ευκολότερη και από πολλές απόψεις πιο γρήγορη».
Αυτοί που επιδιώκουν να αποφύγουν τις χρεώσεις στέλνοντας χρήματα, εκτυπώνουν και συμπληρώνουν μια αίτηση της JPay, με οδηγίες τυπωμένες με μικροσκοπικά γράμματα, ενώ πάνω από αυτές, υπάρχουν τρεις προτάσεις με τεραστίων διαστάσεων γράμματα που «γαβγίζουν»: «Βάλτε κάτω το στυλό σας!» γιατί «Υπάρχει ένας πολύ πιο γρήγορος τρόπος να στείλετε χρήματα! Πηγαίνετε στο JPay.com και γίνετε μέλος τώρα!»
Το επιθετικό μάρκετινγκ έχει κάνει καλά τη δουλειά του. Ένας πρώην διευθυντής μάρκετινγκ της εταιρίας αναφέρει έναν κατάλογο από τα κατορθώματά του στην εταιρία, στο προφίλ του στο LinkedIn, όπως το ότι έπεισε το 78% των πελατών που έστελναν χρήματα με έμβασμα να το κάνουν ηλεκτρονικά, κάτι που επέφερε αύξηση στα κέρδη της εταιρίας κατά $985, 000.
Ο Σαπίρο είπε ότι οι πληροφορίες στο προφίλ του πρώην υπαλλήλου, συμπεριλαμβανομένου και του τίτλου εργασίας του, ήταν ανακριβή. Είπε ότι δεν είχε στοιχεία για το πόσοι πελάτες είχαν αλλάξει το μέσο αποστολής χρημάτων επιλέγοντας την ηλεκτρονική μέθοδο, ή πόσο ακριβώς κέρδος έβγαλε η εταιρία όταν έγινε αυτό.
Μέσα στην ασφαλισμένη, σαν γυάλα για ψάρια, αίθουσα επεξεργασίας των χρηματικών μεταφορών, δεσμίδες από φακέλους βρίσκονταν πάνω σε κάδους απορριμμάτων και άλλες ακουμπισμένες πάνω σε ράφια. Πίνακες τοποθετημένοι στους τοίχους του δωματίου, θυμίζουν σε μια χούφτα υπαλλήλους ποιές πολιτείες τους επιτρέπουν να αφαιρούν χρεώσεις και ποιες επιβάλλουν η υπηρεσία αυτή να παρέχεται δωρεάν.
Στην Πενσυλβανία, την πρώτη πολιτεία που η JPay ξεκίνησε να μεταφέρει χρήματα μέσω ταχυδρομείου, οι εκτελεστικοί διευθυντές είδαν κατάπληκτοι τον αριθμό των εμβασμάτων να μειώνεται κατά δύο τρίτα τους πρώτους δύο μήνες λειτουργίας της, εξήγησε ο Υπεύθυνος του Οικονομικού Γραφείου Μαρκ Σίλβερμαν σε μια μικρή συνέντευξη.
Ο Σαπίρο είπε ότι το Μισούρι συνήθιζε να επεξεργάζεται 30, 000 υποθέσεις μεταφοράς χρημάτων τον μήνα, πριν την εισβολή της JPay. «Με την JPay, αυτό μειώθηκε σε μόνο 1000 άτομα που εξακολουθούν να στέλνουν χρήματα», είπε. «Κι αυτό ήταν καθαρά από επιλογή».
Οι τακτικές μάρκετινγκ της JPay προτρέπουν τους πελάτες να διαλέξουν την επιλογή με το ψηλότερο κόστος. Κατά τη διάρκεια των επισκέψεών της στη φυλακή Μπλαντ, ένα απομονωμένο στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας που φωλιάζει ανάμεσα σε μια σειρά από καταπράσινους λοφίσκους, η Πατ Τέυλορ βλέπει παντού ενημερωτικά φυλλάδια της εταιρίας, για τα κακά της «δωρεάν επιλογής». Από τη μια πλευρά, μια σειρά ανθρώπων από διάφορες εθνικότητες κρατάνε το κεφάλι τους με απελπισία λέγοντας τι εφιάλτης ήταν η «δωρεάν επιλογή», πως χάθηκε ή ότι καθυστέρησε. (Σημείωση δική μου: δείτε τη ρατσιστική υπόνοια, κανείς στη διαφήμιση δεν έχει ανοιχτόχρωμο δέρμα ούτε μαλλιά παρόλο που οι λευκοί αποτελούν τη πλειοψηφία του πληθυσμού της χώρας!)
Ενημερωτικό φυλλάδιο για τις υπηρεσίες της εταιρίας που διαμοιράζεται έξω από φυλακές«Υπάρχει ένας καλύτερος τρόπος» υπόσχεται το φυλλάδιο από την άλλη πλευρά, που δείχνει μια ελκυστική νεαρή γυναίκα με το φορητό υπολογιστή της. «Για γρηγορότερες κι ευκολότερες μεταφορές την επόμενη μέρα» οι οικογένειες μπορούν να επιλέξουν από μια γκάμα  επιλογών με πολύ ψηλές χρεώσεις.

Τεκίλα, πούρα και πολιτικό λόμπυ
Για να τραβήξει την προσοχή και να εντυπωσιάσει τους επίσημους μιας πολιτείας έτσι ώστε να βγάλει κέρδος, η εταιρία ξοδεύει πολλά χρήματα σε συνέδρια που αφορούν τις φυλακές, στα οποία λαμβάνουν μέρος άτομα που έχουν εξουσιοδοτηθεί να κλείνουν συμφωνίες με ιδιωτικές εταιρίες. Κατά τη διάρκεια ενός συνεδρίου του Αμερικανικού Συλλόγου Σωφρονιστικών Υπαλλήλων το 2012, η εταιρία διοργάνωσε αυτό που η ίδια διαφήμισε ως «Πάρτι για το τέλος του κόσμου». Αυτό έλαβε χώρα σε ένα μπαρ στο Ντένβερ που περιγράφεται ως «για σένα και το αναφαίρετο δικαίωμά σου για την αχαλίνωτη απόλαυση του φαγητού και του κρασιού».
Η πρόσκληση, τυπωμένη σε ένα coaster μπύρας (επίπεδο αντικείμενο που τοποθετείς ποτά για να μη λερώσεις το τραπέζι) της μιας χρήσης, υπόσχεται ένα πάρτι του στυλ JPay: δυνατή τεκίλα, χειροποίητα πούρα και ζωντανή μουσική από μεξικανικό συγκρότημα μαριάτσι. Οι σωφρονιστικοί υπάλληλοι μπορούσαν να μεταβούν εκεί με το λεωφορείο της JPay, που θα έκανε τη γραμμή από το ξενοδοχείο που είχε διοργανωθεί το συνέδριο μέχρι το μπαρ, καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας.
Εδώ και χρόνια η εταιρία χρηματοδοτεί το βραβείο καλυτερου πρώην διευθυντή φυλακών που απονέμεται από το σύλλογο των διοικητών των φυλακών στις πολιτείες, με δώρο ένα ταξίδι και ένα κρυστάλλινο μπολ με χαραγμένο το όνομα του τιμώμενου προσώπου.
Η επιρροή της JPay εκτείνεται και στα νομοθετικά κέντρα, παρόλο που πολλά από τα συμβόλαια της εταιρίας, της απαγορεύουν να χρησιμοποιεί τα κέρδη της για λόμπυ γι αυτό και η ίδια έχει προσλάβει άτομα για να το κάνουν αυτό, σε τουλάχιστον πέντε πολιτείες. Ο Σαπίριο λέει ότι οι δικηγόροι του εγκρίνουν τη χρηματοδότηση γι’ αυτό το σκοπό.
Στο Οχάιο, είχαν τον Τόμας Νίντολς, ένα πρώην βοηθό του προέδρου Μπους. Ο Νίντολς, δίνει γενναιόδωρα ποσά σε Ρεπουμπλικάνους υποψήφιους και ασκεί πολιτικές πιέσεις υπέρ των πανεπιστημίων που έχουν στόχο το κέρδος. Στο Μέριλαντ, η JPay, έχει προσλάβει τον Μπρους Μπερεάνο, ένα από τους πιο ακριβοπληρωμένους λομπίστες, που του αφαιρέθηκε το δικαίωμα εργασίας το 1994 μετά από καταδίκη του για υπερ-χρηματοδότηση πελατών και κατάχρηση χρημάτων που προορίζονταν για καμπάνιες.
Η εταιρία επίσης προσπάθησε να ασκήσει πιέσεις στην Ουάσινγκτον για να βρει ένα μέσο πρόσβασης στο Ομοσπονδιακό Γραφείο Φυλακών, στο οποίο υπάγονται 216, 000 κρατούμενοι- αυτό που ο Σαπίρο έχει αποκαλέσει «η μάνα όλων των συμβολαίων», που τώρα έχει στην κατοχή της η Αμερικανική Τράπεζα.
Το 2012 ξόδεψε $20 000 για να προσλάβει την Park Strategies, που διοικείται από τον πρώην Αμερικανό κυβερνήτη της Νέας Υόρκης, Αλφόνζε Ντ’ Αμάτο.
O Βίνσεντ Τάουνσεντ, πρόεδρος της εταιρίας επικοινωνιών για τις φυλακές Pay-Tel είπε: «H βιομηχανία στην οποία εργάζομαι κακοποιεί το κοινό, δεν διστάζω να το παραδεχτώ».

Περισσότεροι κρατούμενοι, μικρότερος προϋπολογισμός
Η JPay ιδρύθηκε το 2002, τότε που ο πληθυσμός των φυλακών είχε την αποκορυφωθεί μετά από τρεις δεκαετίες συνεχούς αύξησης, που τετραπλασίασε τον αριθμό των κρατουμένων μέσα στις πολιτειακές φυλακές. Σύντομα, με την εμφάνιση της οικονομικής κρίσης, ο κρατικός προϋπολογισμός για τις φυλακές άρχισε να μειώνεται, αφού οι επίσημοι της κυβέρνησης άρχισαν να κόβουν επιθετικά τη χρηματοδότηση των φυλακών.
Αυτό επέτρεψε στις ιδιωτικές εταιρίες να εισέλθουν, προσφέροντας μια λύση στο πρόβλημα: θα χρέωναν αυξημένα ποσά τους κρατούμενους για τηλεφωνικές υπηρεσίες, φαγητό, προϊόντα περιποίησης σώματος και ρούχα και από τα κέρδη θα έπαιρναν προμήθεια οι φυλακές -συνήθως ένα 40% και σε κάποιες περιπτώσεις περισσότερο.
Ο Σαπίρο ήταν ο πρώτος επιχειρηματίας που είδε πώς η παροχή οικονομικών υπηρεσιών αποτελεί ένα πολύ κερδοφόρο μέσο. Με μια χρέωση, πρόσφερε να μεταφέρει μετρητά με τρόπους που γλίτωναν χρόνο και κόπο στα σωφρονιστικά καταστήματα, παρέχοντάς τους κι ένα ποσοστό από τα κέρδη, όπως έκαναν ήδη οι τηλεφωνικές εταιρίες.
«Όταν ξεκινήσαμε, οι πολιτείες μας έλεγαν ‘δεν χρειάζονται προμήθειες γιατί δεν υπάρχει κανείς άλλος που να κάνει αυτό που κάνετε’», είχε πει ο Σαπίρο σε μια συνέντευξή του το 2012. «Δέκα χρόνια μετά όλες οι πολιτείες ζητούν από τις εταιρίες να κάνουν προσφορές».
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι υπάρχει μια ανοιχτή πόρτα για τους ανταγωνιστές. Οι περισσότερες πολιτείες, συμπεριλαμβανομένης και της Βιρτζίνια τώρα έχουν συμβόλαιο είτε με την JPay είτε με τον μεγαλύτερο ανταγωνιστή της, με βάση μια συμφωνία που κατέληξαν μετά από διαπραγματεύσεις στην πολιτεία Νεβάδα το 2011. Οι συμμετέχουσες πολιτείες μπορούν απλά να επιλέξουν να συνεργαστούν μόνο με τη μια ή και τις δύο εξ» αυτών χωρίς να πρέπει να μπουν στη διαδικασία να καθορίσουν την πιο συμφέρουσα προσφορά.
Η εταιρία είναι προστατευμένη κι από άλλες δυνάμεις της αγοράς. Όταν οι πολιτείες έχουν προς πώληση συσκευές αναπαραγωγής μουσικής (MP3) και ταμπλέτες κατασκευασμένες από την JPay, για να τις προωθήσουν αποτελεσματικά κατάσχουν τα ραδιόφωνα που έχουν ήδη οι κρατούμενοι στα κελιά τους, σύμφωνα με μαρτυρίες κρατουμένων στο Οχάιο. Η μουσική ψυχαγωγία των κρατουμένων εξαρτάται από τις ηλεκτρονικές συσκευές της JPay, οι οποίες προσφέρουν μουσικές επιλογές που κοστίζουν 30-50% περισσότερο απ’ ό,τι διατίθενται από τα itunes, όπως αναφέρουν οι κρατούμενοι.
Οι διακανονισμοί για μοίρασμα του κέρδους είναι το επίκεντρο της ιστορίας της JPay, είπε ο Σαπίρο το 2012. Δυο χρόνια μετά το πανεπιστήμιο, ταξίδεψε για μήνες γύρω από την πολιτεία της Νέας Υόρκης προσπαθώντας να προωθήσει την εταιρία σε «κάθε σερίφη, είτε είχε πέντε είτε εκατό κρατούμενους», χωρίς όμως καμία επιτυχία.
Τότε κάποιος στην κομητεία Πασέικ, στο Νιου Τζέρσι, εισηγήθηκε να προσφέρει στην κομητεία ένα 10% από τα έσοδα, «έτσι ώστε η φυλακή να μην επιβαρύνει οικονομικά την κοινότητα σε τέτοιο βαθμό». Η συμφωνία έκλεισε στο λεπτό.
Αυτοί που έχουν ασκήσει κριτική, συμπεριλαμβανομένου και του Άλεξ Φρίντμαν, αναπληρωτή διευθυντή του Κέντρου Άμυνας για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, μιας οργάνωσης για τα δικαιώματα των κρατουμένων, λένε πως η δυνατότητα για μοίρασμα του κέρδους, νομικά αποτελεί δωροδοκία. «Οι χρεώσεις που επιβάλλουν είναι πολύ ψηλές και μετά πετάνε πίσω ένα ποσοστό από τα έσοδα...κι αυτό γίνεται γιατί η εταιρία έχει τόσα κέρδη που δεν το χρειάζεται,» είπε ο Φρίντμαν.
Ο Σαπίρο λέει πως προτιμά τον όρο «προμήθεια επειδή «η φράση πετάνε πίσω ένα ποσοστό έχει αρνητική σημασία, λες και τα χρήματα τα  παίρνει ένας άνθρωπος, τα βάζει στην τσέπη του και αγοράζει μια Σεβρολέτ ή οτιδήποτε, όταν στ’ αλήθεια αυτά χρησιμοποιούνται για το καλό των κρατουμένων - καλάθια του μπάσκετ, μπάλες του βόλει, οτιδήποτε».
Οι περισσότερες πολιτείες έχουν μερίδιο στα κέρδη από το «Ταμείο Ευημερίας Κρατουμένων» που υποτίθεται πως χρησιμοποιείται για την ευημερία τους, για πράγματα που σημαντικά για τα οποία όμως δεν προβλέπει ο νόμος. Έτσι όπως ο ρυθμός φυλάκισης αυξάνεται, η σημασία της φράσης «ευημερία κρατουμένων» δεν έχει παραμείνει ίδια, λέει ο Τζάστιν Τζοουνς, που ήταν διευθυντής του Τμήματος Φυλακών της Οκλαχόμα μέχρι πέρσι.
«Η νομοθεσία μας έχει επιτρέψει να γενικεύσουμε τον ορισμό της φράσης ‘ευημερία κρατουμένων’, φτάνοντας στο σημείο όπου όλα όσα θα έπρεπε να χρηματοδοτούνται από το κράτος, τώρα ξαφνικά έγιναν ‘ευημερία κρατουμένων’», λέει. «Καταλήξαμε στο σημείο να χρησιμοποιούμε αυτά τα χρήματα για ιατρικές εξετάσεις ή επείγουσα ιατρική περίθαλψη εν απουσία ιατρικής ασφάλισης, αγορά κλιματιστικών, μηχανών πάγου και ιατρικών μηχανημάτων».
Ο Τζόουνς δεν ήταν υποστηρικτής του συστήματος... «Αν η νομοθεσία θέλει να επιβάλει μεγαλύτερες ποινές ή αν θέλει να δημιουργήσει νέου τύπου εγκλήματα, η πολιτεία πρέπει να αναλάβει και τις οικονομικές συνέπειες για κάτι τέτοιο», είπε. «Δεν θα έπρεπε να επεκτείνει τα  μετρά ως ευημερία κρατουμένων».
«Κλέβουν τα λεφτά μου δυο φορές»
Αν τα συνδυάσουμε, η JPay και άλλες εταιρίες δημιουργούν ένα σύστημα μέσα στο οποίο οι οικογένειες πληρώνουν για να στείλουν χρήματα και οι κρατούμενοι τα ξοδεύουν, λέει ο Κιθ Μίλλερ, που εκτίει 21 χρόνια στη φυλακή για μια σειρά από βίαια εγκλήματα σε σχέση με ναρκωτικά που έκανε λίγο μετά τα 20 του χρόνια. Δεν υπάρχει περίπτωση να αποφυλακιστεί πριν το 2021, όταν η μητέρα του θα έχει φτάσει 87 χρονών.

«Το γεγονός ότι η μητέρα μου πρέπει να πληρώνει αυτές τις χρεώσεις για να στέλνει χρήματα σε μένα και έπειτα το γεγονός ότι οι υπηρεσίες της φυλακής αφαιρούν ξανά ένα ποσοστό από αυτά, είναι λες και κλέβουν τα λεφτά μου δύο φορές. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί κάτι τέτοιο επιτρέπεται».

Ο Σαπίρο αμφισβητεί πως οι χρεώσεις της εταιρίας του επηρεάζουν την οικονομική κατάσταση των οικογενειών. Λέει πως το πραγματικό πρόβλημα είναι οι εταιρίες που προσφέρουν άλλες υπηρεσίες, όπως τηλέφωνα και τρόφιμα. «Σε σύγκριση με τα κέρδη που έχουν οι εταιρίες τηλεφωνίας και τροφίμων, εμείς είμαστε μια σταγόνα στη γυάλα», λέει.

Αυτό όμως είναι κάτι που μπορεί και να αλλάζει.

Πέρσι, η Ομοσπονδιακή Επιτροπή Επικοινωνιών ξεσκόνισε ένα μάζεμα υπογραφών που έγινε πριν από δώδεκα χρόνια από τις οικογένειες των κρατουμένων, που διαμαρτύρονται πως οι χρεώσεις των τηλεφωνικών κλήσεων στις φυλακές είναι αδίκως ψηλές, εμποδίζοντας τους κρατούμενους να είναι σε επαφή με τα αγαπημένα τους πρόσωπα. Αυτή η επιτροπή κατάφερε να βάλει όριο στις χρεώσεις, υπό την ευθύνη της για εξασφάλιση δίκαιων και λογικών τιμών για τους κρατούμενους.
Η Μινιόν Κλάιμπερν, που ήταν Επίτροπος όταν επισημοποιήθηκε το όριο αυτό και τώρα συμμετέχει ως μέλος, λέει πως η δράση αυτή ήταν αναγκαία γιατί «οι άνθρωποι αυτοί κάνουν ανείπωτες θυσίες για να μπορέσουν να κρατήσουν επαφή με τους αγαπημένους τους».

«Δεοντολογικό, σωστό, ηθικό»
Άλλες εταιρίες που λειτουργούν στις φυλακές «καλύτερα να συγκεντρωθούν στο τι είναι δεοντολογικό, σωστό, ηθικό», είπε. «Επειδή αν δεν το κάνεις, τότε κάποιος ρυθμιστής θα επέμβει και τότε θα αντιμετωπίσεις τις συνέπειες».
Υπάρχει όμως μια μεγάλη διαφορά: Οι τηλεφωνικές εταιρίες είναι στενά ελεγχόμενες από την Επιτροπή Ευημερίας Κρατουμένων που έχει την ανώτατη εξουσία να θέσει όρια το κόστος των κλήσεων. Ρυθμιστές για θέματα οικονομικών και προστασία του καταναλωτή έχουν πολύ λιγότερη εξουσιοδότηση όσον αφορά την τιμολόγηση άλλων υπηρεσιών.
Το Γραφείο Οικονομικής Προστασίας του Καταναλωτή μπορεί να κάνει μήνυση σε εταιρίες για απάτη, αδικία ή κακή διαχείριση των οικονομικών υπηρεσιών. Το Γραφείο όμως έχει απορρίψει συστηματικά πάνω από δώδεκα αιτήσεις για να συζητηθούν συγκεκριμένα θέματα που σχετίζονται με τις οικονομικές υπηρεσίες στη φυλακή.
Η Ομοσπονδιακή Επιτροπή Εμπορίου, εξουσιοδοτημένη να προστατεύει τον καταναλωτή και να εξασφαλίζει την ανταγωνιστικότητα των αγορών, απέρριψε να σχολιάσει με οποιοδήποτε τρόπο «τις συμπεριφορές συγκεκριμένων εταιριών».
Οι ρυθμιστές σε εφτά πολιτείες έχουν επιβάλει πρόστιμα συνολικής αξίας $408, 500 ενάντια στην JPay, για τη λειτουργία της χωρίς νόμιμη άδεια. Οι δράσεις αυτές όμως δεν σχεδιάστηκαν για να διακόψουν την λειτουργία της, σύμφωνα με το Συνέδριο των Τραπεζικών Εποπτών των Πολιτειών, ένα εμπορικό οργανισμό που αντιπροσωπεύει τους ρυθμιστές στην Ουάσινγκτον.
«Οι υπεύθυνοι για τις τραπεζικές ρυθμίσεις στην πολιτεία ασχολούνται με τη διασφάλιση της σωστής άδειας λειτουργίας των επιχειρήσεων, εφαρμόζοντας τη νομοθεσία (που περιλαμβάνει και νόμους προστασίας του καταναλωτή)», είπε ο εκπρόσωπος επικοινωνίας της επιτροπής σε μια δήλωση με ηλεκτρονικό μήνυμα.

Βρείτε έναν καλύτερο τρόπο
Ο Σαπίρο, λέει ότι γνωρίζει τις οικονομικές δυσκολίες των φτωχών οικογενειών των κρατουμένων από  την ίδρυση της εταιρίας του, τότε που περνούσε «ώρες στο τηλέφωνο με κάποια γιαγιά που του έλεγε για τη μέρα της στο Wal-Mart».
Λέει ότι νιώθει παγιδευμένος μέσα στις δομές της βιομηχανίας αυτής που τώρα έχει ηγετικό ρόλο.. Εύχεται οι χρεώσεις να ήταν λιγότερες, να μην τον εξανάγκαζαν οι πολιτείες να χρεώνει περισσότερο για να τους δίνει προμήθεια και να μπορούσε να βρει έναν καλύτερο τρόπο, από το να ζητά από τις οικογένειες των ανθρώπων αυτών να πληρώνουν στην ουσία, για την ίδια τη φυλάκιση.

Παρ’ όλα αυτά δηλώνει ικανοποιημένος που μπορεί να ανταγωνιστεί μέσα σε ένα διαλυμένο σύστημα, ακόμα κι αν αυτό το ίδιο σύστημα τιμωρεί αθώους ανθρώπους. Για αρκετές οικογένειες, η ίδια η JPay είναι το σύστημα. Όταν η Τζουλ Μίλλερ,80 ετών επικοινώνησε με το τηλεφωνικό κέντρο για να ρωτήσει γιατί έχει καθυστερήσει η μεταφορά των χρημάτων που είχε στείλει στο  γιο της και γιατί κάθε φορά που στέλνει χρήματα πρέπει να δίνει ξανά και ξανά την ίδια αίτηση, ο υπάλληλος της έκλεισε το τηλέφωνο.

Σε μια σειρά συνεντεύξεων φάνηκε καθαρά ότι ο Σαπίρο δεν γνώριζε κάποιες από τις χρεώσεις που σχετίζονται με τη εταιρία του. Είπε ότι για παράδειγμα δεν ήξερε πως η Φλώριδα τώρα χρεώνει το δικό της ποσοστό πάνω στα ποσά που στέλνονται, έπειτα από τις χρεώσεις που αφαιρεί η JPay.
Αυτές οι χρεώσεις είναι προκαθορισμένες στα συμβόλαια της εταιρίας με την κάθε πολιτεία, που έχουν υπογραφεί από τον ίδιο τον Σαπίρο. Η πολιτεία της Φλώριδα χρεώνει 50% στο ποσό του εμβάσματος, ακόμα κι αν αυτό έχει γίνει μέσω του ταχυδρομείου.
Ο Σαπίρο δεν γνώριζε για τη χρέωση της εταιρίας προς $1.95 για εμβασματα στην Ιντιάνα και μας είπε «Αν στην Ιντιάνα κάποιος στείλει $100 με έμβασμα, τότε ο κρατούμενος παίρνει $100, είμαι απόλυτα σίγουρος γι’ αυτό».
Δύο μέρες αργότερα, τηλεφώνησε για να μας πει: «Μιλάμε με τις πολιτείες αυτή τη στιγμή για να μειώσουμε κάποιες από τις χρεώσεις».

Μέχρι σήμερα, οι χρεώσεις παραμένουν στα ίδια ακριβώς επίπεδα.


ΑΡΧΕΙΟ