Τρίτη, 24 Ιουνίου 2008

"Δεν με περίμενε κανείς"

www.skai.gr
Γράφει η Θεοδοσία Κοντζόγλου - 24/06/2008

Η Ελένη έμεινε στη φυλακή για 21 ολόκληρα χρόνια

Σάββατο πρωί. Χτυπάει το τηλέφωνο στο σπίτι. Μόνο φίλοι ή συγγενείς θα είναι σκέφτηκα.

- "Έλα, τι κάνεις; Σε πεθύμησα. Θα 'ρθεις να πιούμε μαζί ένα καφέ και να τα πούμε;

"Η Ελένη ήταν συγκρατημένη στην άλλη άκρη του τηλεφώνου. Λες και φοβόταν μη και απαντήσω αρνητικά επικαλούμενη τις δουλειές του σπιτιού που μαζεύονται και περιμένουν την εργαζόμενη μητέρα να της αλλάξουν τα φώτα μέσα στις 48 ώρες του Σαββατοκύριακου. Γιατί όχι, σκέφτηκα.

"Λίγο μετά το μεσημέρι της Κυριακής", της υποσχέθηκα. Και στις 4.00 το απόγευμα της επόμενης μέρας βρέθηκα στην Αττική οδό με κατεύθυνση προς τη Λούτσα. Τη βρήκα να με περιμένει στην περιφραγμένη από κάγκελα αυλή της. Τα δύο σκυλάκια που είχε μέχρι πριν δύο μήνες είχαν γίνει τρία.

- "Από που προέκυψε αυτός;", τη ρώτησα κοιτάζοντας τον τρίτο της παρέας που χοροπηδούσε λες και του είχα υποσχεθεί βόλτα στο καινούριο φρούτο της Αθήνας, την πισίνα των σκύλων!

-"Εδώ έξω τριγυρνούσε. Τον λυπήθηκα, τον μάζεψα και μου 'μεινε, απάντησε η Ελένη, μ’ ένα χαμόγελο που έφθανε μέχρι τ’ αυτιά της".

Η Ελένη δεν γεννήθηκε εγκληματίας. Μια κακιά στιγμή ήταν και την πλήρωσε πολύ ακριβά

Λίγο αργότερα, ο καφές βρισκόταν στο τραπεζάκι της βεράντας που ήταν περιτριγυρισμένη από ανθισμένες ορτανσίες, βασιλικούς όλων των ειδών, και ένα σωρό άλλα λουλούδια ενώ τεράστιες τριανταφυλλιές κι ένα πολύχρονο γιασεμί μας έπνιγαν με τη παρουσία και τις ευωδιές τους.

-"Έχω και μια χελώνα", μου αποκάλυψε ξαφνικά και μου έδειξε μέσα στο κηπάκι ένα κινούμενο μπόγο με κεφάλι σαύρας και ομοιόμορφα καρεδάκια στο καύκαλό του που πρέπει να ήταν 4 – 5 χρόνων.

-"Μου φέρνει γούρι", δικαιολογήθηκε ενώ κουνώντας το κεφάλι μου συγκαταβατικά δεν μπορούσα παρά να παραδεχθώ ότι η χελωνίτσα είχε βρει στην αυλή της Ελένης, έναν μικρό παράδεισο με μπόλικη δροσιά και ατελείωτη πρασινάδα για να επιβιώσει.

-"Λοιπόν πως τα περνάς;"

-"Είμαι πολύ καλά, μόνο το γόνατο με τρελαίνει στους πόνους και περιμένω να έρθει η ώρα που θ’ αρχίσω τις φυσιοθεραπείες".

Φορούσε ένα κιμονό, των πέντε ευρώ, πολύχρωμο, χαρούμενο, που αντανακλούσε τη διάθεσή της. Ωστόσο, τα 50 χρόνια της ηλικίας της δεν μπορούσαν να κρυφτούν. Μέσα στα μάτια της έβλεπε κανείς με μεγάλη άνεση, τον πόνο του παρελθόντος που ήταν πόνος ψυχής, αλλά και τον πόνο του σήμερα που ήταν και ψυχής και σώματος. Κι όμως δήλωνε ευχαριστημένη. Η συζήτηση αναπόφευκτα γύρισε στα παλιά.

Περίμενα 7.600 ημέρες να ακούσω το όνομά μου στο επισκεπτήριο...

-"Αλήθεια Ελένη, δεν σε ρώτησα ποτέ. Πως ένιωσες όταν άνοιξε η πόρτα και βγήκες από τη φυλακή πριν 18 μήνες, μετά από εγκλεισμό 21 χρόνων;"

"Φοβισμένη. Δε σου κρύβω ότι περίμενα εκείνη τη μέρα με απίστευτη ανυπομονησία. Όμως σαν βρέθηκα έξω, με τη πόρτα πίσω μου κλειστή, εκεί που πίστευα ότι θα πάρω ανάσα, θα χορέψω κάτω από τον γαλάζιο ουρανό, θα περπατήσω κοιτάζοντας μόνον μπροστά". (σσ. Σταμάτησε να αφηγείται, η φωνή της κόπηκε και χάθηκε στις εικόνες του παρελθόντος σκεφτική…).

Ένιωσα ξαφνικά φοβισμένη. Δεν με περίμενε κανείς. Δεν ήξερα που να πάω. Μέσα, (σ.σ. στη φυλακή) όσο κι αν ένιωθα ότι εκτελούσα ποινή τιμωρίας για το έγκλημά μου, ωστόσο, ένιωθα και ασφαλής δίπλα στους φύλακες και στις συγκρατούμενές μου… Εκείνη τη μέρα, ένιωσα φόβο.

-"Πριν φύγεις, δεν σε είχε προσεγγίσει κάποιος από την Πρόνοια, ή τη Διεύθυνση των Φυλακών, ή το υπουργείο Δικαιοσύνης, για να σου δώσουν κάποιες διευθύνσεις για τη περίπτωση που θα χρειαζόσουν κάποια βοήθεια;"

-"Κανείς".

-"Από τον ΟΝΗΣΙΜΟ;" (σ.σ. Σωματείο που υποστηρίζει ότι προστατεύει και στηρίζει τους αποφυλακισθέντες).

-" Εγώ πήγα εκεί. Στην αρχή μου έδωσαν ένα βοήθημα 100-200 ευρώ. Δεν θυμάμαι ακριβώς. Όταν πήγα ξανά, μου έδωσαν δυο πακέτα μακαρόνια, λίγη ζάχαρη, δυο τρία πράγματα ακόμα και …."

-"Και;"

-"Τίποτα άλλο. Ούτε με ρώτησαν που ζω, πως ζω, εάν έχω προβλήματα, πως είμαι με την υγεία μου. Τίποτε. Τίποτε απολύτως... Περίμενα 7.600 μέρες ν’ ακούσω το όνομά μου για επισκεπτήριο…"

Η Ελένη, εδώ και χρόνια, απέκτησε μια παρά φύσιν έδρα. Ένα σακουλάκι βρίσκεται διαρκώς κολλημένο στο πλάι της, ώστε να δέχεται τα περιττώματα της καθώς λόγω καρκίνου, της αφαιρέθηκε το χοντρό έντερο.

Έχω πάψει να είμαι μάνα τους, έχω πάψει να είμαι αδελφή... Θα μπορούσα να γίνω πόρνη…

-"Τα παιδιά σου;"

-"Δεν θέλουν να με ξέρουν. Με στερήθηκαν 21 χρόνια. Δεν τα αδικώ. Τώρα μου στερούν εκείνα τη παρουσία τους και τη παρουσία των εγγονιών μου. Έτσι πληρώνω ακόμα το αμάρτημά μου. Πόσο το μετάνιωσα Θεέ μου. Πόσο το μετάνιωσα…."

Κρύβει το πρόσωπο μέσα στα χέρια της και προσπαθεί να πνίξει τα δάκρυά και τα αναφιλητά της. Περνούν λίγα λεπτά και ανασηκώνει το κεφάλι.

-"Και τα αδέλφια σου;"

-"Κανείς. Κανείς έτσι κι αλλιώς δεν ήρθε να με επισκεφθεί στη φυλακή 21 χρόνια. Για 7600 ημέρες περίμενα ν’ ακούσω το όνομά μου στο μεγάφωνο του επισκεπτηρίου. Όμως όλοι είχαν μια δικαιολογία για να μην έρθουν. Στην αρχή τα παιδιά μου ήσαν μικρά. Όταν μεγάλωσαν ντρέπονταν να τα βλέπουν στον προθάλαμο της φυλακής. Αλλά και τα αδέλφια μου και η μάνα μου, δεν θέλησαν ποτέ να μου στείλουν έστω 10 ευρώ να πάρω ένα πακέτο τσιγάρα. Μόνον όταν εγώ έβγαινα για 5 ημέρες, τα τελευταία χρόνια, μου ζητούσαν να τους καθαρίσω τα σπίτια τους, τάχα για να μου δώσουν ένα χαρτζιλίκι. Και τελικά ο ένας με έκανε μπαλάκι στον άλλον. Μέχρι που βγήκα οριστικά και τότε διαπίστωσα ότι όλες οι πόρτες ήσαν κλειστές για μένα."

-"Μα έχεις δέκα αδέλφια!"

-"Κανένας δεν μου άνοιξε τη πόρτα."

-"Και έχεις αδελφό ανώτερο αξιωματικό της αστυνομίας και αδελφό θεολόγο!"

-"Αυτοί είναι οι πιο σκληρόκαρδοι. Τους εξευτέλισα. Τους ντρόπιασα."

-"Πλήρωσες όμως."

-"Γι αυτούς έχω πάψει να είμαι η μάνα τους, έχω πάψει να είμαι η αδελφή τους. Θα μπορούσα να γίνω πόρνη…"

-"Τι κινδύνους αντιμετώπισες κατά τους τελευταίους 18 μήνες;"

-"Μόλις βγήκα, αντί για τις αρμόδιες υπηρεσίες, με περίμεναν οι σωματέμποροι. Μου πρόσφεραν καλό μεροκάματο. Θα μπορούσα να είχα γίνει πόρνη. Όμως δυστυχώς γι αυτούς, έπεσαν σε βράχο. Θα μπορούσα να είχα γίνει βαποράκι. Μια μέρα όταν με τη συνταγή του γιατρού πήρα από κεντρικό Φαρμακείο της Αθήνας τα φάρμακά μου, απ’ έξω με περίμεναν δύο νεαροί."

-"Τοξικομανείς;"

-"Ναι. Μου πρότειναν να αγοράσουν τα στεντόν που είχα, έναντι 50 ευρώ για κάθε χάπι. Από εκείνη τη στιγμή αποφάσισα ότι δεν θα ξαναπάρω τα φάρμακά μου. Προτιμώ να υποφέρω, να πονώ αλλά δεν θα τα ξαναπάρω. Κινδύνεψα να υποκύψω γιατί δεν είχα καθόλου πόρους. Το επίδομα της πρόνοιας, μου βγήκε μόλις πριν έναν μήνα. Υπήρξαν μέρες που δεν είχα ούτε ένα κομμάτι ψωμί να φάω. Υπήρξαν μέρες που ζαλίστηκα από τη πείνα. Υπήρξαν μέρες που λιποθύμησα δίπλα στο παγκάκι του πάρκου. Κι όμως ήμουν αποφασισμένη να μη λυγίσω. Ευτυχώς βρέθηκε ένα φιλάνθρωπος που άκουσε την ιστορία μου μέσα από τον ΣΚΑΪ και μου έκανε ένα έμβασμα με το οποίο κατάφερα να σταθώ στα πόδια μου. Κι άλλοι άνθρωποι με 10 ή με 20 ευρώ με βοήθησαν και τους ευχαριστώ μέσα απ’ τη καρδιά μου."

Η Ελένη, με ταλαιπωρημένο σώμα και βασανισμένη ψυχή, άρχισε να μου απαριθμεί όλους όσοι τη βοήθησαν. Όλοι άνθρωποι από τους οποίους ποτέ δεν περίμενε να γυρίσουν τα μάτια τους και τη προσοχή τους επάνω της. Άνθρωποι που δεν την γνώριζαν αλλά ήσαν πρόθυμοι να της συμπαρασταθούν για να σταθεί ξανά στα πόδια της. Τα πόδια της που τελικά την πρόδωσαν γιατί σε κάθε βήμα της, οι πόνοι στα γόνατα την σφάζουν.

Κι όμως μέχρι να συμβεί αυτό, και όλους τους προηγούμενους μήνες, η Ελένη καθάριζε μια πενταόροφη κλινική για 500 ευρώ το μήνα. Στη συνέχεια, ο δήμαρχος της Λούτσας, δέχθηκε να της παραχωρήσει άδεια για πάγκο λαϊκής αγοράς. Προηγήθηκε η επίσκεψή της στον αντιδήμαρχο Πρόνοιας της Αρτέμιδας (Λούτσας) ο οποίος αμέσως άνοιξε τη πόρτα της ανθρωπιάς και προσέφερε ακόμα και δωρεάν υπηρεσίες φυσιοθεραπείες στον άνθρωπο αυτό που δεν είχε στον ήλιο μοίρα.

Άξιζε όμως να της δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία. Γιατί η Ελένη δεν γεννήθηκε εγκληματίας. Μια κακιά στιγμή ήταν και τη πλήρωσε πολύ ακριβά. Γι αυτό και μόλις αποφυλακίστηκε, βρήκε παρηγοριά σ’ έναν άνθρωπο του Θεού που έγινε ο πνευματικό της και που της έδωσε σωστές συμβουλές και παρηγοριά. Με τη βοήθειά του και με τη βοήθεια ανθρώπων που πρώτη φορά τη συναντούσαν, κατάφερε η ίδια να οδηγήσει στον δρόμο της αποτοξίνωσης τον σύντροφό της. Έναν αλκοολικό που της …φόρτωσαν οι συγγενείς της για να απαλλαγούν από τη παρουσία της.

Τώρα η Ελένη βλέπει τον ήλιο και χαίρεται η ψυχή της. Τώρα πια μπορεί να κοιτάζει τον ουρανό και να ανασαίνει τον αέρα της ελευθερίας χωρίς να φοβάται, χωρίς να είναι μόνη. Γιατί εκεί που η Πολιτεία εμφανίστηκε εντελώς απούσα, εκεί βρέθηκαν οι απλοί Άνθρωποι. Με Άλφα ΚΕΦΑΛΑΙΟ.

http://www.skai.gr/master_story.php?id=85764

ΑΡΧΕΙΟ