Πέμπτη, 8 Μαΐου 2008

Πρακτικά εκδήλωσης "Κανένα παιδί σε κελί"

Β. Καρύδης (νομικός, πανεπιστημιακός)

Είναι γνωστή η νομοθετική παράδοση στην Ελλάδα, που θέλει την εναρμόνιση του νομοθετικού πλαισίου στο πεδίο της σωφρονιστικής πολιτικής να συμβαδίζει με τις πιο σύγχρονες και προοδευτικές αντιλήψεις που κάθε φορά προκρίνονται στο διεθνή χώρο. Όπως είναι επίσης γνωστή η θλιβερή σωφρονιστική πραγματικότητα, σε πλήρη αντίθεση με τα προβλεπόμενα στις διατάξεις. Ο θρίαμβος δηλαδή του δικαίου της πράξης («law in action») επί του δικαίου των βιβλίων (“law in books”), της λεγόμενης «χάρτινης νομοθεσίας». Αυτό ακριβώς έλαβε χώρα και με την πρόσφατη μεταρρύθμιση του Δικαίου Ανηλίκων, με τον Νόμο 3189/2003. Ο έλληνας νομοθέτης υιοθέτησε εκθύμως τις κατευθύνσεις του ΟΗΕ και του Συμβουλίου της Ευρώπης, αλλά και τις επισημάνσεις των ειδικών σχετικά με την μεταχείριση των ανηλίκων παραβατών, αποδεχόμενος τη λογική της αποιδρυματοποίησης, της εκτροπής από την ποινική διαδικασία, την λογική της « διαπαιδαγώγησης όχι μέσω της ποινής, αλλά της διαπαιδαγώγησης αντί της ποινής». Έτσι, το 8ο κεφάλαιο του Ποινικού Κώδικα επιγράφεται πλέον « Ειδικές διατάξεις για ανηλίκους», αντί «Ανήλικοι Εγκληματίες», ενώ σημαντικές καινοτομίες είναι η κατάργηση της διάκρισης παιδιών και εφήβων με την πρόβλεψη μόνο ηλικιακών ορίων (8-18 έτη), ο εμπλουτισμός των αναμορφωτικών μέτρων, όπως η συνδιαλλαγή μεταξύ ανηλίκου δράστη και θύματος, η αποζημίωση του θύματος από τον ανήλικο, η παροχή κοινωφελούς εργασίας κ.α. Παραμένει όμως η ποινή του εγκλεισμού ως «ποινικός σωφρονισμός» που επιβάλλεται σε ανήλικους 13 ετών και άνω εφόσον το δικαστήριο κρίνει ότι είναι αναγκαίος για να συγκρατηθεί ο ανήλικος από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων (άρθρο 127 ΠΚ). Προβλέπεται επίσης ως αναμορφωτικό μέτρο ο εγκλεισμός σε Ίδρυμα Αγωγής (δηλαδή το παλιό Αναμορφωτήριο). Έτσι, σήμερα υπάρχουν το Ειδικό Κατάστημα Κράτησης Νέων (δηλαδή Φυλακή Ανηλίκων) στον Αυλώνα, το ΑΣΚΑ Κασσαβέτειας, υποτίθεται «αγροτική φυλακή», αλλά στην πράξη ίδρυμα κλειστού χαρακτήρα, και το Ίδρυμα Αγωγής Βόλου. Οι ανήλικες κοπέλες κρατούνται στις γυναικείες Φυλακές Κορυδαλλού.

Το πρώτο πρόβλημα έχει δικαιοκρατικό χαρακτήρα, και αφορά την θεωρούμενη ως «ιδιότυπη ποινή» του ποινικού σωφρονισμού, καθώς στην ουσία εκτιμάται η επικινδυνότητα του ανήλικου ως το βασικό κριτήριο για την επιβολή του. Είναι δυνατή η πρόγνωση της «επικινδυνότητας»? Με ποια κριτήρια γίνεται αυτό? Με ποιες ειδικές γνώσεις αποφαίνονται οι δικαστές? Μήπως δεν βαραίνει τόσο η πράξη, όσο η κοινωνική προέλευση του ανηλίκου και οι προκαταλήψεις των δικαστών, που συνιστούν κρίσιμο τμήμα της πανθομολογούμενης «επιλεκτικότητας» του ποινικού συστήματος, που στοχοποιεί συγκεκριμένες ομάδες του πληθυσμού? Αν εξετάσουμε τη σύνθεση των ανήλικων κρατούμενων, διαπιστώνεται ότι κατά 50% είναι αλλοδαποί, στη μεγάλη πλειοψηφία Αλβανοί. Επίσης κρατούνται κυρίως για κλοπές ( 55-60%) και παραβίαση του Νόμου περί τα Ναρκωτικά ( 30- 35 %). Περίπου 50% από αυτούς είναι ήδη υπότροποι Αυτό και μόνο υποδηλώνει ότι έχει συγκροτηθεί ένα συνεχές (continuum) μεταξύ κοινωνίας και φυλακής, έτσι ώστε ο εγκλεισμός παρίσταται ως η ακραία έκφραση ενός προυφιστάμενου κοινωνικού αποκλεισμού που κυριαρχεί στην κοινωνία, με «προνομιακή πελατεία» τις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες. Είναι χαρακτηριστικό ότι στους μαθητές του σχολείου στο Κατάστημα του Αυλώνα, το σύνολο σχεδόν των γονέων τους είναι είτε αγράμματοι είτε απόφοιτοι του Δημοτικού. Κατά συνέπεια, αποτελεί άδεια ρητορική η διακήρυξη περί επανένταξης, όταν για τα παιδιά αυτά συχνά δεν έχει υπάρξει ποτέ κοινωνική ένταξη. Με λίγα λόγια, η προσχώρηση των ανηλίκων σε παραβατικές υποκουλτούρες και η εν συνεχεία υποτροπή τους, είτε ακόμη και η επιλογή μίας «εγκληματικής καριέρας» κατά την ενηλικίωση, δεν είναι τίποτα άλλο από μία «αυτό-εκπληρούμενη προφητεία» της κοινωνικής δομής και του ποινικού συστήματος. Είναι προφανές ότι δεν μπορείς να συμπεριλάβεις κάποιον στη κοινωνία αποκλείοντας τον. Μάλιστα, να επιδιώκεις την ομαλοποίηση της ρήξης ενός ανήλικου με την κοινωνία μέσα σε ένα αφύσικο περιβάλλον , όπου κυριαρχούν η βία, η εκμετάλλευση , η υποταγή, είτε εκ μέρους του σωφρονιστικού προσωπικού, είτε ως κώδικες της υποκουλτούρας των κρατουμένων. Στη φυλακή, η μόνη εκπαίδευση αφορά τις δεξιότητες να είσαι ένα καλός εγκληματίας και ένας καλός κρατούμενος, σύμφωνα με τους ιδιαίτερους κώδικες ενός κλειστού και ολοκληρωτικού συστήματος , που δεν έχουν σχέση ούτε με τις διατάξεις του Σωφρονιστικού Κώδικα, ούτε με τις επιταγές της διαπαιδαγωγητικής μεταχείρισης.

Κατά συνέπεια, ο εγκλεισμός ανηλίκων, ιδιαίτερα για πράξεις που σχετίζονται με το νομικό status, όπως οι παράνομα διαμένοντες αλλοδαποί, είτε με το κοινωνικό status, όπως τα αδικήματα κατά της ιδιοκτησίας και περί τα Ναρκωτικά, μόνο κοινωνική ωφελιμότητα δεν ενέχει. Αντίθετα, προσβάλλει βάναυσα την ανθρώπινη ουσία και αξία. Το επιχείρημα περί αποτροπής είναι έωλο, όπως άλλωστε αποδεικνύουν και τα ποσοστά της υποτροπής. Όπως λέγανε οι παλιοί «κουτσαβάκηδες», οι περισσότεροι ανήλικοι κρατούμενοι «έχουν κρεμάσει την κάπα τους» στη φυλακή και αυτό που επιζητούν είναι η αναγνώριση από το «σινάφι» εντός και εκτός φυλακής, όπως και οι δεξιότητες για να τα καταφέρουν καλύτερα «την επόμενη φορά». Αυτό είναι που προκαλεί μέγιστη κοινωνική βλάβη. Η ένσταση είναι γνωστή. Είναι δυνατόν να περιφρουρηθεί η έννομη τάξη και η κοινωνική συνοχή χωρίς την απειλή και την επιβολή του εγκλεισμού? Το ίδιο επιχείρημα όμως προβαλλόταν εναντίον όσων υποστήριζαν την κατάργηση της θανατικής ποινής. Αποδείχθηκε ότι η αντιμετώπιση του εγκληματικού φαινομένου δεν έχει σχέση με την πρόβλεψη της. Το ίδιο επιχείρημα λάνθανε εναντίον όσων απαιτούσαν τον εξοβελισμό των βασανιστηρίων κατά το ανακριτικό στάδιο. Ο αστυνομικός όμως μπορεί και πρέπει να κάνει τη δουλειά του, μέσα στα όρια της νομιμότητας, και η πολιτεία οφείλει να παράσχει όλα τα εφόδια προς τούτο. Αλλιώς αυτό-υπονομεύεται. Όπως αυτουπονομεύεται από τη θλιβερή σωφρονιστική πραγματικότητα των ανηλίκων παραβατών και το τελικό προϊόν αυτής της πραγματικότητας. Η κατάργηση του εγκλεισμού ανηλίκων θα συμβάλει στη διαχείριση ενός κοινωνικού προβλήματος με όρους κοινωνικούς και πολιτικούς. Αποτελεί μονόδρομο η μεταχείριση των ανηλίκων σε ένα ανοικτό περιβάλλον ουσιαστικής κοινωνικής εκπαίδευσης, γιατί αυτή είναι η πραγματική ανάγκη όσων ανηλίκων βρίσκονται στον πάτο της κοινωνική κλίμακας. Χωρίς δική τους ευθύνη. Δεν είναι δυνατόν η κοινωνικοποίηση να συμβαίνει στο εσωτερικό της παραβατικής υποκουλτούρας. Σ’ αυτό το πρώιμο στάδιο της ανάπτυξης της προσωπικότητας, η ελπίδα είναι ισχυρή και ζωντανή. Η κοινωνική ευθύνη, η αυτοεκτίμηση, ο αλληλοσεβασμός είναι δυνατόν να ανακτηθούν. Οφείλει όμως προηγουμένως η κοινωνία και η πολιτεία να επαν-εκπαιδευτεί ως προς τους τρόπους προσέγγισης και επίλυσης προβλημάτων που η ίδια έχει προκαλέσει λόγω υποκρισίας, αδιαφορίας, ανικανότητας, αναλγησίας, ή και σκοπιμότητας. Ένα πρώτο θεσμικό βήμα γι αυτή την επανεκπαίδευση και διαπαιδαγώγηση της ίδιας της κοινωνίας, είναι η κατάργηση του εγκλεισμού για ανήλικους.

Γ. Νικολόπουλος (Αναπληρωτής Καθηγητής

Εγκληματολογίας στο Πάντειο)

Σας ευχαριστώ για την ευκαιρία που μου δίνετε να μοιραστώ, σήμερα, μαζί σας, τους προβληματισμούς μου πάνω στο ζήτημα του εγκλεισμού των ανήλικων και να συμβάλω, έτσι, ως ένα βαθμό, στην πρωτοβουλία που πήρατε - όπως γράφει και το σχετικό κείμενο - για «την κατάργηση των φυλακών ανηλίκων και τη δημιουργία εναλλακτικών θεσμών ισότιμης και δημιουργικής ένταξης των παιδιών και των εφήβων στο κοινωνικό σύνολο».

Στην εισήγησή μου θα προσπαθήσω να σας δώσω μια εικόνα της κατάστασης που επικρατεί σήμερα στην Ελλάδα στον τομέα της ποινικής μεταχείρισης των ανήλικων παραβατών, χρησιμοποιώντας - με κάθε επιφύλαξη - πρόσφατα στατιστικά στοιχεία του Υπουργείου Δικαιοσύνης και της Υπηρεσίας Επιμελητών Ανηλίκων Αθηνών. Ξεκινώντας, όμως, θα ήθελα να αναφερθώ, συνοπτικά, στην κατασκευή της έννοιας του ανήλικου από τη ρητορική του επίσημου κοινωνικού ελέγχου.

Α. - Οι ανήλικοι, μαζί με τις γυναίκες και τους ψυχικά αρρώστους, αποτελούν τις σημαντικότερες κοινωνικές κατηγορίες που αντιμετωπίζονται ως «εξαιρετικές περιπτώσεις» από το ποινικό σύστημα. Παρά τις μεταξύ τους διαφορές σε ότι αφορά τους θεσμούς στους οποίους παραπέμπονται και τους κλάδους γνώσης που κατασκευάζουν την εξαιρετικότητά τους, το κοινό ιδεολογικό υπόβαθρο αυτών των τριών εξαιρέσεων είναι ότι επιβεβαιώνουν τον κανόνα της ορθολογικής ικανότητας, η οποία αποδίδεται προνομιακά στους ενήλικους αρσενικούς πολίτες.

Η εμπέδωση αυτής της αντίληψης για την απόκλιση των ανηλίκων, των γυναικών και των ψυχικά αρρώστων από το κυρίαρχα αποδεκτό πρότυπο ορθολογικότητας, ανέδειξε ένα πρόσφορο πεδίο για την ανάπτυξη σχέσεων αλληλοστήριξης ανάμεσα στο ποινικό σύστημα και τις λεγόμενες «ανθρωπιστικές επιστήμες» - μέσα στις οποίες ξεχωρίζουν όσες σχετίζονται με τη διαχείριση της ψυχικής υγείας - χωρίς, βέβαια, να λείπουν και οι μεταξύ τους συγκρούσεις, αφού πρόκειται, ουσιαστικά, για ένα ζήτημα οριοθέτησης αρμοδιοτήτων και εξουσιών πάνω στον κοινωνικό έλεγχο της παρέκκλισης.

Σε ότι αφορά, ειδικότερα, τα χαρακτηριστικά της κοινωνικής κατηγορίας «ανήλικοι», αυτά αναζητούνται στην αρνητική όψη της κατηγορίας «ενήλικες» και προσδιορίζονται μέσα από το πρίσμα της υστέρησης των ανηλίκων στην έλλογη κρίση, τον αυτοέλεγχο και τον αυτοπροσδιορισμό. Κατ’ αυτόν τον τρόπο κατασκευάζεται η «ανηλικότητα» ως μια διακριτή ηλικιακή ομάδα, που αναπτύσσει μια σχεδόν ολοκληρωτική εξάρτηση από την ομάδα των «ενηλίκων» μέσα στο πλαίσιο θεσμών όπως η οικογένεια και η εκπαιδευτική διαδικασία, ενώ απουσιάζει από την παραγωγική διαδικασία.

Σύμφωνα με τη στερεοτυπική της εκδοχή, η ανηλικότητα άλλοτε ανάγεται σε ελπίδα για το μέλλον και σε φορέα μετασχηματισμού της κοινωνίας και άλλοτε σε δυνάμει κίνδυνο για την κοινωνική σταθερότητα.

Β. - Σε αντιστοιχία με τις προηγούμενες παραδοχές οργανώνεται και ο κοινωνικός έλεγχος της συμπεριφοράς των ανηλίκων, που προτάσσει την εξαιρετικότητά τους, προκειμένου να νομιμοποιήσει κάθε είδους παρεμβάσεις στο όνομα της κάλυψης των κοινωνικών τους αναγκών και των υποτιθέμενων ελλειμμάτων της προσωπικότητάς τους. Ωστόσο, ο προσδιορισμός αυτών των αναγκών και ελλειμμάτων επαφίεται, φυσικά, στους ενήλικες και, ιδιαίτερα, σε ποικίλους ειδικούς και πραγματογνώμονες, που οι αποφάσεις τους κυμαίνονται ανάμεσα στην προστασία και τον σωφρονισμό, ανάμεσα σε μια διαχείριση προνοιακού ή κατασταλτικού τύπου.

Εντούτοις, αν ο κοινωνικός έλεγχος των ανηλίκων ταλαντεύεται, διαχρονικά, πάνω στα πρότυπα της πρόνοιας και της καταστολής, στην πράξη κυριαρχεί πλέον ένας εκλεκτικισμός, που προσπαθεί να συγκεράσει τις αντιθέσεις τόσο σε νομοθετικό όσο και σε πρακτικό επίπεδο.

Παρατηρούμε, δηλαδή, ότι, σήμερα, αναπτύσσονται, παράλληλα, αφενός μεν η τάση της αποδικαστικοποίησης του κοινωνικού ελέγχου - ή ακόμη και η αποφυγή οποιασδήποτε παρέμβασης, για τον προφανή λόγο της αποφυγής των συνεπειών του στιγματισμού - και αφετέρου η τάση για εφαρμογή στην ποινική μεταχείριση των ανηλίκων όλων των δικαιοκρατικών δικονομικών εγγυήσεων και δικαιωμάτων που προβλέπονται για τους ενήλικες.

Εχει αποδειχθεί, ωστόσο, ότι η επίδραση των λεγόμενων εναλλακτικών μέτρων στη μείωση της χρήσης της φυλακής δεν είναι καθόλου αυτονόητη ούτε οδηγεί από μόνη της στη μείωση του πληθυσμού των κρατουμένων. Ο βασικός λόγος γι’ αυτό είναι ότι τα εναλλακτικά μέτρα λειτουργούν μάλλον συμπληρωματικά παρά εναλλακτικά σε σχέση με τις ποινές στέρησης της ελευθερίας, με συνέπεια την επέκταση του κοινωνικού ελέγχου και σε περιπτώσεις που το πιθανότερο είναι ότι θα παρέμεναν ακαταδίωκτες.

Πιο συγκεκριμένα, το πρόβλημα με τα εναλλακτικά μέτρα είναι ότι θεσπίστηκαν κυρίως για την αντικατάσταση των βραχυχρόνιων ή των μέσης χρονικής διάρκειας στερητικών της ελευθερίας ποινών, ενώ ο υπερπληθυσμός των φυλακών δημιουργείται κατεξοχήν από την αύξηση του χρόνου παραμονής στη φυλακή, δηλαδή από την επιβολή μακροχρόνιων ποινών, από την εκτεταμένη χρήση της προφυλάκισης και από την αυστηροποίηση των διαδικασιών χορήγησης απολύσεων υπό όρους.

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, η νομοθετική πρόβλεψη για την επιβολή εναλλακτικών μέτρων δεν συνεπάγεται και την εφαρμογή της, εξαιτίας κυρίως της απουσίας ενημέρωσης, της επιφυλακτικότητας των δικαστών και της ανυπαρξίας των αναγκαίων προϋποθέσεων – δηλαδή εξειδικευμένων φορέων, υποδομών, τεχνογνωσίας και πόρων.

Γ. – Έχοντας, λοιπόν, ως αφετηρία το παραπάνω ερευνητικό πόρισμα σχετικά την επίδραση των εναλλακτικών μέτρων στη μείωση της χρήσης της φυλακής, μπορούμε να στραφούμε, στη συνέχεια, στην ελληνική πραγματικότητα, προκειμένου να εξετάσουμε τις επιπτώσεις που είχε στην ποινική μεταχείριση των ανήλικων παραβατών η μεταρρύθμιση που επέφερε ο νόμος 3189/2003 – με τον οποίο, όπως γνωρίζετε, επιχειρήθηκε ο συγχρονισμός της ελληνικής νομοθεσίας με τα διεθνή και ευρωπαϊκά κεκτημένα και η αποκατάσταση χρόνιων αιτημάτων και εκκρεμοτήτων, κυρίως μέσα από τη θέσπιση μιας ευρείας γκάμας εξωδικαστικών και εξωιδρυματικών διαδικασιών, καθώς και της δυνατότητας αποχής του εισαγγελέα από την ποινική δίωξη ανηλίκου (νέο άρθρο 45Α ΚΠΔ).

Πέντε χρόνια, λοιπόν, μετά την αναμόρφωση του ελληνικού θεσμικού πλαισίου για την αντιμετώπιση της παραβατικότητας των ανηλίκων, φαίνεται ότι η κατάσταση δεν έχει μεταβληθεί ουσιαστικά, έτσι ώστε να επιβεβαιώνονται οι επιφυλάξεις που είχαν διατυπωθεί για την αδυναμία εφαρμογής των νέων μέτρων, εξαιτίας πολλαπλών ελλείψεων σε όλα τα επίπεδα: στο οργανωτικό, στις υποδομές, στο στελεχιακό δυναμικό και, κυρίως, στους πόρους.

Για να γίνω πιο συγκεκριμένος και για να αποκτήσουμε πιο τεκμηριωμένη εικόνα της κατάστασης που επικρατεί σήμερα στο πεδίο της ποινικής μεταχείρισης των ανηλίκων, θα αναφερθώ, στη συνέχεια, σε πρόσφατα στοιχεία που έλαβα από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και καλύπτουν την περίοδο από τον Ιανουάριο μέχρι και το δεύτερο 15νθήμερο του Απριλίου του 2008. Θα χρησιμοποιήσω ως χρόνο μέτρησης την τελευταία διαθέσιμη ημερομηνία, που είναι η 2 Μαΐου 2008.

α. - Την ημέρα αυτή, λοιπόν, ο συνολικός αριθμός των κρατουμένων ανηλίκων (13 έως 21 ετών[1]) στα σωφρονιστικά και θεραπευτικά καταστήματα και ιδρύματα αγωγής της χώρας, ανερχόταν σε 438 άτομα. Αν προσθέσουμε σ’ αυτούς και τους «μετεφήβους» (21-25 ετών), τότε ο συνολικός αριθμός των νέων κρατουμένων (13-25 ετών) ανέρχεται σε 729 άτομα, από τα οποία 460 κατάδικοι (δηλαδή το 63,10%) και 269 υπόδικοι (δηλαδή το 36,90%)[2]. Δυστυχώς, στους στατιστικούς πίνακες του Υπουργείου Δικαιοσύνης δεν αναφέρονται αναλυτικά οι ηλικίες των νέων κρατουμένων και έτσι δεν μπορούμε να συμπεράνουμε ακριβώς σε ποια ηλικιακή ομάδα ανήκουν οι νέοι κρατούμενοι στις ελληνικές φυλακές. Εντούτοις, από τα αριθμητικά μεγέθη που προανέφερα μπορεί κανείς να υποθέσει ότι η έμφαση δίνεται μάλλον «προς τα πάνω», δηλαδή στην ηλικιακή ομάδα γύρω στα 18[3].

β. – Αν προχωρήσουμε με βάση τα παραπάνω στοιχεία σε μια πρόχειρη εξέταση του ζητήματος του υπερπληθυσμού, παρατηρούμε, κατ’αρχάς, ότι, στην περίπτωση των Καταστημάτων κράτησης που προορίζονται αποκλειστικά για ανήλικους, δεν εκδηλώνεται το φαινόμενο του υπερπληθυσμού ούτε παντού ούτε με την ίδια ένταση που παρατηρείται στις φυλακές ενηλίκων:

Συγκεκριμένα, στο Κατάστημα του Αυλώνα προβλέπονται 308 θέσεις στις οποίες κρατούνταν συνολικά, στις 2/5, 330 άτομα· είχαμε δηλαδή υπέρβαση των διαθέσιμων θέσεων μόνο κατά 22 άτομα - πολύ μικρή αν συγκριθεί π.χ. με τον υπερπληθυσμό που παρατηρείται στις Δικαστικές φυλακές Κορυδαλλού, όπου κρατούνται συνολικά 1925 άτομα ενώ προβλέπονται θέσεις μόνο για 640 (υπέρβαση των διαθέσιμων θέσεων κατά 1285 άτομα)!

Επίσης, στην Αγροτική φυλακή ανηλίκων της Κασσαβέτειας, κρατούνταν συνολικά, την ίδια μέρα, 212 άτομα, που αντιστοιχούσαν σε 250 προβλεπόμενες θέσεις.

Αντίθετα, στο Κατάστημα κράτησης του Βόλου, όπου κρατούνται αποκλειστικά και μόνο αλλοδαποί, υπήρχε διπλάσιος αριθμός ατόμων από τις προβλεπόμενες θέσεις, συγκεκριμένα 127 άτομα για 65 θέσεις.

Επίσης, στις Γυναικείες Φυλακές Κορυδαλλού καταγράφηκαν στις 2/5 30 ανήλικες μέσα σε ένα γενικό πληθυσμό 609 κρατουμένων για 270 προβλεπόμενες θέσεις. Πρέπει, ωστόσο, να επισημάνουμε ότι οι ανήλικες κρατούνται σε χωριστό παράρτημα μέσα στο ίδιο συγκρότημα, συνεπώς δεν επηρεάζονται από τον υπερπληθυσμό που παρατηρείται στις ενήλικες κρατούμενες.

Φυσικά, για να έχουμε πλήρη εικόνα για το ζήτημα του υπερπληθυσμού στα Καταστήματα Κράτησης Ανηλίκων, πρέπει να λάβουμε συνυπολογίσουμε τον αριθμό των χρησιμοποιούμενων θέσεων, την χωρητικότητα κάθε κελιού, την κατανομή των κρατουμένων σ’ αυτά κλπ. – ένα ζήτημα που στον Αυλώνα εμφανίζεται ιδιαίτερα οξυμένο.

γ. - Αν προχωρήσουμε στην εξέταση της υπηκοότητας των κρατουμένων ανηλίκων, παρατηρούμε ότι σε όλες τις φυλακές της χώρας οι έλληνες υπερτερούν πληθυσμιακά ή υπολείπονται ελάχιστα των αλλοδαπών, εκτός από την κραυγαλέα περίπτωση του Αυλώνα, όπου οι αλλοδαποί είναι διπλάσιοι των ελλήνων: συγκεκριμένα, 110 έλληνες[4] έναντι 219 αλλοδαπών[5]. Εδώ δηλαδή πέρα από την εθνοπολιτισμική ετερογένεια των κρατουμένων παρατηρείται και σημαντική εθνοπολιτισμική δυσαναλογία σε σχέση με τον πραγματικό πληθυσμό της χώρας (έχουμε δηλαδή υπερεκπροσώπηση των ανήλικων αλλοδαπών στον Αυλώνα) δύο φαινόμενα που επηρεάζουν άμεσα την οργάνωση της ζωής των εγκλείστων, τις ομαδοποιήσεις τους και τις υποκουλτούρες που αναπτύσσουν.

Αντίθετα, στην Κασσαβέτεια, την ίδια μέρα, είχαμε 143 έλληνες κρατούμενους[6] έναντι 69 αλλοδαπών[7], στις Γυναικείες Φυλακές Κορυδαλλού 14 ελληνίδες έναντι 16 αλλοδαπών, στη Δικαστική Φυλακή Θεσσαλονίκης 6 έλληνες έναντι 9 αλλοδαπών, και, τέλος, στο Κατάστημα κράτησης νέων του Βόλου κρατούνταν 127 αλλοδαποί [8].Βέβαια, η διάκριση αλλοδαπός-ημεδαπός είναι πολύ γενικευτική, γιατί δεν μας αποκαλύπτει στοιχεία για την πραγματική φυλετική και εθνοτική προέλευση των κρατουμένων, δηλαδή για τσιγγάνους κλπ., ενώ γνωρίζουμε ότι οι πληθυσμοί αυτοί τροφοδοτούν σε μεγάλο βαθμό την πελατεία του ποινικού συστήματος.

δ. - Αν προχωρήσουμε, όμως, την ανάλυσή μας στην αναλογία ημεδαπών – αλλοδαπών κρατουμένων σε ότι αφορά το καθεστώς υποδικίας, θα παρατηρήσουμε μια σημαντική δυσαναλογία σε βάρος των αλλοδαπών, αφού προκύπτουν συνολικά 73 έλληνες έναντι 196 αλλοδαπών, δηλαδή μια σχέση περίπου 2,7 αλλοδαπών προφυλακισμένων προς 1 έλληνα. Αυτό το δεδομένο συμφωνεί με τη γενικότερη τάση της αυξημένης επιβολής προφυλάκισης σε αλλοδαπούς υπόδικους και μπορεί, γενικά, να αποδοθεί στους ίδιους λόγους, δηλαδή την έλλειψη άδειας διαμονής και εργασίας, σταθερής κατοικίας και επαγγέλματος κλπ.

ε. - Τέλος, σε ότι αφορά τα αδικήματα, προκύπτει μία κοινή εικόνα τόσο για τους αλλοδαπούς όσο και για τους ημεδαπούς κρατούμενους (υπόδικους και κατάδικους) αφού οι κατηγορίες ή οι καταδίκες για το αναφερόμενο ως «κύριο αδίκημα» αφορούν κυρίως σε παραβάσεις της νομοθεσίας για τα ναρκωτικά και σε αδικήματα κατά της ιδιοκτησίας.

Δ. - Ας στραφούμε, τώρα, στην «ήπια και ανθρώπινη» πλευρά του ποινικού ελέγχου των ανηλίκων, δηλαδή στην υποδοχή που επεφύλαξαν οι δικαστές και επιμελητές ανηλίκων στα αναμορφωτικά και θεραπευτικά μέτρα που εισήγαγε ο μεταρρυθμιστικός νόμος του 2003.

Θα ήθελα, αρχικά, να επισημάνω ότι από τα 12 αναμορφωτικά μέτρα που τίθενται πλέον στη διακριτική ευχέρεια του δικαστή ανηλίκων, τα 5 προβλέπονταν ήδη από την προηγούμενη νομοθεσία και συγκεκριμένα: «η επίπληξη», «η ανάθεση της υπεύθυνης επιμέλειας του ανηλίκου στους γονείς ή στους επιτρόπους του», «η ανάθεση της επιμέλειας του ανηλίκου σε προστατευτικές εταιρείες ή σε ιδρύματα ανηλίκων ή σε επιμελητές ανηλίκων», «η τοποθέτηση του ανηλίκου σε κατάλληλο κρατικό, δημοτικό, κοινοτικό ή και ιδιωτικό κατάστημα αγωγής» καθώς και «η παροχή κοινωφελούς εργασίας» (άρ. 82§6-9ΠΚ) – ανεξάρτητα από το ζήτημα του βαθμού εφαρμογής τους.

Όπως προκύπτει από τα στατιστικά δεδομένα της Υπηρεσίας Επιμελητών Ανηλίκων Αθηνών[9] για το προηγούμενο δικαστικό έτος 2006-2007 (1.9.2006 – 20.7.2007), το κατεξοχήν είδος ποινικής μεταχείρισης που επιβλήθηκε στους ανήλικους παραβάτες ήταν σε συντριπτική πλειοψηφία τα αναμορφωτικά μέτρα - τα οποία, όμως, ήδη προβλέπονταν από την προγενέστερη νομοθεσία - με την επίπληξη να υπερτερεί σημαντικά και να ακολουθούν η ανάθεση της επιμέλειας στην Υπηρεσία επιμελητών ανηλίκων και στους γονείς.

Πιο συγκεκριμένα, το 2007 εισήχθησαν συνολικά στο Δικαστήριο Ανηλίκων Αθηνών (Μονομελές και Τριμελές) 3312 υποθέσεις και επιβλήθηκαν 1521 αναμορφωτικά μέτρα, που αφορούσαν, ειδικότερα, 1241 επιπλήξεις, 144 επιμέλειες της Υπηρεσίας επιμελητών Ανηλίκων και 61 υπεύθυνες επιμέλειες των γονέων. Ακολουθούν 58 ποινές φυλάκισης που μετατράπηκαν σε χρηματικές και 8 που ανεστάλη η εκτέλεσή τους, 29 περιορισμοί σε καταστήματα κράτησης ανηλίκων και 7 ποινές κάθειρξης. Στις υπόλοιπες περιπτώσεις οι αποφάσεις ήταν είτε αναβλητικές είτε απαλλακτικές ή αθωωτικές.

Παρατηρούμε, επομένως, ότι ο εγκλεισμός των ανηλίκων επιβάλλεται σε πολύ περιορισμένο βαθμό, ενώ το μεγαλύτερο μέρος των υποθέσεων ρυθμίζεται με την επιβολή κάποιου αναμορφωτικού μέτρου, ιδίως της ανάθεσης της επιμέλειας στην Υπηρεσία επιμελητών ή στην οικογένεια του ανηλίκου.

Αυτή η διαπίστωση δεν μπορεί, βέβαια, σε καμία περίπτωση, να θεωρηθεί ως συνηγορία του υπάρχουσας κατάστασης σχετικά με τη χρήση του μέτρου του εγκλεισμού των ανηλίκων σε όλες τις μορφές του (είτε δηλαδή ως «ποινικός σωφρονισμός» είτε ως αναμορφωτικό μέτρο της «τοποθέτησης του ανηλίκου σε κατάλληλο κρατικό, δημοτικό, κοινοτικό ή και ιδιωτικό κατάστημα αγωγής»[10]), αφού είναι δεδομένο πλέον ότι η φυλακή μόνο εξουδετέρωση μπορεί να προσφέρει στον κρατούμενο και μόνο εφησυχασμό στους «απέξω».

Σε κάθε περίπτωση, η δικαστική πρακτική που ακολουθείται στην ποινική μεταχείριση των ανηλίκων θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως μια αναζήτηση της ηπιότητας μέσα από το προνοιακό πρότυπο, και, ιδιαίτερα, ως μια επιβεβαίωση της αξίας του θεσμού της οικογένειας ως της σημαντικότερης μονάδας κοινωνικής συνοχής και κοινωνικοποίησης[11], όπως επιβεβαιώνεται, άλλωστε, και από την εκτεταμένη αποδοχή που συναντούν στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία οι παραδοσιακές οικογενειακές σχέσεις - παρά τους μετασχηματισμούς που υφίστανται και τις νέες μορφές με τις οποίες εμφανίζονται, αναδεικνύοντας, έτσι, την αύξηση της δυνατότητας των προσώπων να επιλέγουν, ανάλογα με την επιθυμίες τους, σχήματα και σχέσεις για την οργάνωση του ιδιωτικού τους βίου.

Εντούτοις, αυτή η οικογενειοκεντρική προσέγγιση στην αντιμετώπιση της ανήλικης παραβατικότητας, πέρα από το ότι αντικατοπτρίζει μια γενικότερη στάση της ελληνικής κοινωνίας απέναντι στο ρόλο της οικογένειας, δεν πρέπει να λειτουργήσει ως άλλοθι για την εγκατάλειψη της δοκιμής μέτρων, που έχουν εφαρμοσθεί με επιτυχία σε άλλες χώρες, αλλά απαιτούν, φυσικά, υποδομές, γνώση και ανθρώπινο δυναμικό για την υλοποίησή τους.

Σε κάθε περίπτωση, εκείνο που κατά τη γνώμη μου αναδεικνύεται μέσα από τη συζήτηση για την παραβατικότητα των ανηλίκων και την αντιμετώπισή της, είναι ότι δεν μπορεί να εγκλωβίζεται ούτε να εξαντλείται μέσα σε μια αναζήτηση καλύτερων μεθόδων για την εμπέδωση της νομιμότητας - πολύ περισσότερο μάλιστα που το βασικό διακύβευμα της νεανικής παραβατικότητας έγκειται, ακριβώς, στη σύγκρουση των νέων με τους νόμιμους δρόμους διεκδίκησης και πραγμάτωσης των επιθυμιών τους. Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, ότι ένας ανήλικος παραβάτης είναι συχνά - όπως έχει γράψει κι ένας συνάδελφος - ένα «καλά καμουφλαρισμένο θύμα»[12].

Αν απεμπλακούμε, λοιπό, από τον φαύλο κύκλο των συζητήσεων για τη νομιμότητα ή την παρανομία μιας συμπεριφοράς και μιλήσουμε με καθαρά κοινωνικούς όρους, μπορούμε να αντιληφθούμε ότι το κυρίως ζητούμενο στην αντιμετώπιση της παραβατικότητας των ανηλίκων είναι η αναζήτηση σταθερών και η ανάδειξη ευκαιριών συμμετοχής μέσα σ’ ένα περιβάλλον που μεταβάλλεται ραγδαία και ολοκληρωτικά.

Απ’ αυτή την άποψη, κάθε παρέμβαση στη φυλακή δεν μπορεί παρά να ξεκινάει έξω απ’ αυτή, επηρεάζοντας τις διαδικασίες και τους μηχανισμούς που την τροφοδοτούν και τη βάζουν σε κίνηση.

Σ’ αυτή τη προοπτική, οι βασικοί άξονες ενός προγράμματος δράσης πρέπει να έχουν ως αφετηρία τους το ευρύτερο κοινωνικό πεδίο, εκεί που εκδηλώνονται οι διαδικασίες αποκλεισμού και περιθωριοποίησης των ανηλίκων. Ταυτόχρονα, όμως, πρέπει να στοχεύουν στη μείωση των ποινικών παρεμβάσεων, μέσα από την ανάπτυξη εξωποινικών τρόπων επίλυσης των κοινωνικών ζητημάτων και τη διεκδίκηση αποποινικοποιήσεων για εκείνες τις συμπεριφορές, που ενώ η ποινική παρέμβαση έχει αποτύχει, δεν παύουν, ωστόσο, να τροφοδοτούν σε σημαντικό βαθμό τον πληθυσμό της φυλακής (όπως κατεξοχήν συμβαίνει με την αντιμετώπιση της χρήσης απαγορευμένων ουσιών).

Σ’ αυτή την κατεύθυνση, το αίτημα για κατάργηση των φυλακών των ανηλίκων μπορεί να αφυπνίσει δημιουργικά τις δυνατότητες της σκέψης και της δράσης μας, έτσι ώστε να μη θεωρούμε «σπουδαιότερο το υπάρχον από το μη υπάρχον» αλλά να μπορούμε να συλλάβουμε, με την ίδια «αίσθηση του δυνατού», «όλα όσα θα μπορούσαν εξίσου καλά να υπάρξουν»[13].

Ματίνα Πούλου (Συνήγορος του παιδιού )

Η εξωιδρυματική μεταχείριση της παραβατικότητας αποτελεί την αποτελεσματικότερη μεταχείριση των ανηλίκων που βρίσκονται σε χώρους εγκλεισμού.

Οι αυτοψίες σε συγκεκριμένους χώρους εγκλεισμού που έχει κάνει ο συνήγορος του παιδιού έχει διαπιστώσει μια σειρά από προβλήματα που συμπυκνώνονται στα εξής:

1. Ίδρυμα αγωγής Βόλου οι ανήλικοι μπόρεσαν να παρακολουθήσουν μαθήματα εκτός ιδρύματος στο πλησιέστερο σχολείο, ύστερα από παρέμβαση από το συνήγορο.

2. Απουσία επαφής με την κοινότητα –ελάχιστα προγράμματα εφαρμόζονται εκτός της φυλακής

3. Χαμηλής ποιότητας ιατρικές παροχές

4. Ελλιπής ενημέρωση ανηλίκων, ιδιαίτερα στους αλλοδαπούς

5. Πεπαλαιωμένες κτιριακές εγκαταστάσεις

6. Έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού. Περιορισμένες θέσεις για ψυχολόγους και κοινωνικούς λειτουργούς

Θέσεις του συνηγόρου του Παιδιού για την σύγχρονη αντιμετώπιση της παραβατικότητας ανηλίκων:

1. Ανθρώπινη μεταχείριση των ανηλίκων με σεβασμό στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια τους

2. Με το ν. 3189/2003 η εξωιδρυματική μεταχείριση την οποία διακηρύσσει ο νόμος αυτός βασίζεται στην εγκατάλειψη των ποινών μέσω υποστηρικτικών της προσωπικότητας μορφών κυρώσεων. Είναι προφανές ότι η πραγματοποίηση του στόχου αυτού απαιτεί αφενός την υλοποίηση εποικοδομητικών προσεγγίσεων για διευθέτηση και επίλυση των συγκρούσεων με τους ποινικούς νόμους και αφετέρου τη διαμόρφωση της προσφυγής στην ποινική καταστολή ως έσχατο μέσο.

Ειδικότερα ο συνήγορος του Παιδιού υποστηρίζει τα εξής:

1. Η αξιολόγηση της πράξης έχει προτεραιότητα από την αξιολόγηση της προσωπικότητας του δράστη. Σε αυτοψία στον Αυλώνα βρήκαμε δυο περιπτώσεις αλλοδαπών κρατουμένων οι οποίοι για το μόνο αδίκημα που είχαν καταδικαστεί και εγκλειστεί ήταν αυτό της παράνομης εισόδου στη χώρα. Αυτό δηλαδή που οδήγησε τον δικαστή να αποφασίσει τον εγκλεισμό των ανηλίκων είναι η προσωπικότητά τους και όχι αυτή καθεαυτή η πράξη

2. Οι άτυπες κυρώσεις πρέπει να έχουν προτεραιότητα από τις τυπικές. Είναι προτιμότερο παιδαγωγικά να απομακρύνεται το ενδεχόμενο εμπλοκής του ανηλίκου στην ποινική ακροαματική διαδικασία με την επιβολή μέτρων πριν από αυτή.

3. Τα αναμορφωτικά μέτρα έχουν προτεραιότητα πριν από την ποινή. Το σύνθημα είναι βοήθεια και όχι ποινή.

4. Οι εξωιδρυματικές κυρώσεις έχουν προτεραιότητα σε σχέση με τις ποινές. Η αρχή του ανθρωπισμού που αποτελεί βασική αρχή της αντεγκληματικής πολιτικής σε ένα φιλελεύθερο και κοινωνικό κράτος δικαίου επιβάλλει να προκαλεί η κρατική αντίδραση όσον το δυνατόν λιγότερη ταλαιπωρία και οδύνη ενώ και οικονομικοί λόγοι ζητούν να υπάρχει λιγότερο οικονομικό και κοινωνικό κόστος για την επιτυχία της ατομικής πρόληψης. Οι ιδρυματικές κυρώσεις είναι εξαιρετικά δαπανηρές είναι εξίσου προβληματικές και για έναν άλλο λόγο γιατί προσβάλλουν το όνομα αγαθό της ελευθερίας χωρίς να μπορούν να εγγυηθούν και τη βελτίωση του κρατουμένου.

5. Η ενίσχυση της νομικής θέσης του ανηλίκου στο σύστημα της ποινικής δικαιοσύνης

6. Η επανορθωτική δικαιοσύνη που στηρίζεται στην αποκατάσταση της ζημιάς του θύματος αποτελεί μια θέση που κερδίζει συνεχώς έδαφος στην αντεγκληματική πολιτική και διεθνώς.

Συμπερασματικά η αρχή της διαπαιδαγώγησης θα πρέπει να αποτελεί την κατευθυντήρια αρχή για τον καθορισμό του στόχου και τη διαμόρφωση των βασικών αρχών για τη μεταχείριση των ανηλίκων παραβατών.

Σχετικά με τον νόμο 3189/2003 να επισημάνουμε ότι στο ελληνικό δίκαιο δεν προβλέπονται εξωιδρυματικές ποινές αλλά μόνο εξωιδρυματικά αναμορφωτικά μέτρα. Το θεσμικό στίγμα της μεταχείρισης του ανήλικου παραβάτη μέσα από τα νέα μέτρα αποτυπώνεται σε 4 κυρίως κατευθύνσεις. Πρώτον στην προσπάθεια για εξατομικευμένη μεταχείριση ανηλίκων, δεύτερον στην ανάγνωση της παραβατικότητας ως κατά βάση κοινωνικού προβλήματος άρα και στην ενθάρρυνση της συμμετοχής της κοινότητας στην αντιμετώπισή της , τρίτον στην αποκλιμάκωση της ποινική καταστολής και τέταρτον στην ενίσχυση της ομαλής κοινωνικής επανένταξης του ανήλικου.

Ο Συνήγορος θεωρεί ότι τα αναμορφωτικά και θεραπευτικά μέτρα κινούνται στην παραπάνω οπτική της ενίσχυσης του σεβασμού του ατομικού μέσα από τον σεβασμό των δικαιωμάτων του ίδιου αλλά και των συνανθρώπων του, ιδίως του θύματος, και ενδυναμώνει το αίσθημα της κοινωνικής του ευθύνης.

Οι νομοθετικοί κανόνες δεν είναι από μόνοι τους σε θέση ούτε να αλλάξουν αντιλήψεις ούτε να βελτιώσουν την ικανότητα διαπαιδαγώγησης των νέων για έναν απαλλαγμένο από εγκληματικές πράξεις βίο. Δυστυχώς μέχρι σήμερα η εφαρμογή των εξωιδρυματικών αυτών μέτρων είναι εξαιρετικά περιορισμένη. Πέντε χρόνια μετά την ψήφιση του νόμου σε ελάχιστες περιπτώσεις έχουν εφαρμοστεί αυτά. Δεν αρκούν αυτές οι νομοθετικές πρόνοιες αλλά είναι επιπρόσθετα αναγκαίο να δημιουργηθούν και να εξοπλιστούν αντίστοιχοι θεσμοί και υπηρεσίες και αυτό σημαίνει ότι μια τέτοια δράση εγγράφεται στις κεντρικές προτεραιότητες του κράτους.

1. Προτάσεις για την εφαρμογή των νέων αναμορφωτικών μέτρων:

2. Σεβασμός στην αρχή του αντικειμενικού αδίκου επιτάσσει την προτεραιότητα της αξιολόγησης της πράξης και όχι της προσωπικότητας. Το ποινικό δίκαιο ανηλίκων για πολλά χρόνια ασχολείται με την προσωπικότητα και όχι με τις πράξεις.

3. Ενίσχυση των εξωιδρυματικών μέτρων

4. Επαρκής νομική υπεράσπιση των ανήλικων παραβατών. Σε ένα κράτος δικαίου η νομική συμπαράσταση είναι σύμφυτη με την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των κατηγορουμένων. Η παιδαγωγική χρήση των μέτρων δεν αρκεί για να εγγυηθεί την προστασία των δικαιωμάτων και συνακόλουθα την υπεράσπιση των κατηγορουμένων. Στην πράξη το μεγάλο πρόβλημα της νομικής συμπαράστασης των ανηλίκων υφίσταται λιγότερο σε θεσμικό επίπεδο και περισσότερο σε επίπεδο πρακτικής οργάνωσης και εφαρμογής της όπως η απουσία ενός καλά οργανωμένου συστήματος δωρεάν παροχής νομικής βοήθειας.

Σταματίνα Κοκκινάκη (κοινωνική λειτουργός

–εργάστηκε στο «Οικογενειακό Κέντρο Νέων» του Vitry )

Στη Γαλλία, ο ετήσιος αριθμός αυτών που δικάστηκαν από τα Δικαστήρια Ανηλίκων, τριπλασιάστηκε μέσα σε μία δεκαπενταετία. Έτσι, το 1972 έφτασε να δικαστούν περίπου 50 000 ανήλικοι, κάτω των δεκαέξι ετών οι πιο πολλοί, αγόρια κατά 90%. Από τα παιδιά αυτά, το 75% δεν είχαν γνωρίσει ποτέ τη σιγουριά σε μία κανονική οικογένεια στη ζωή τους, τη θέση της στοργής είχε πάρει η εγκατάλειψη. Τέτοια παιδιά πληθαίνουν καθημερινά στη σύγχρονη κοινωνία. Γυρνούν άσκοπα στα πολύβοα αστικά κέντρα, πνίγονται στο συνωστισμό της μέρας και αφανίζονται στην ερημιά της νύχτας. Αποζητούν την ικανοποίηση στον κίνδυνο, αδιαφορώντας για την τάξη της κοινωνικής ζωής. Εκδηλώνουν το δυναμισμό τους με επιθετικότητα και πράξεις βίας, αγνοώντας όλους τους άλλους, αυτούς που ποτέ δεν θέλησαν να προσέξουν την ύπαρξή τους. Φυλακισμένα στη μοναξιά που τα περιβάλλει, διψάνε για τη ζεστασιά της ανθρώπινης επικοινωνίας. Τα συναισθήματα που κυριαρχούν στα παιδιά αυτά, ξεπηδούν απ’ τους στίχους ενός νεαρού Βιτρυ-ώτη ποιητή:

ΔΕ ΦΕΥΓΩ ΠΙΑ

Δε γνώριζα παρά το μίσος.

Την ψευτιά και τη φυγή

Ωστόσο, είχ’ ανάγκη κάποιον…

Να μ’ αγαπάει, να με νιώθει.

Να σαγηνεύω ήθελα, κι αποζητούσα το χαμόγελό τους.

Όμως αυτοί –αδιαφορώντας- τη δυσπιστία μου χαλκεύσανε.

Μια μέρα αντάμωσα μια ύπαρξη-μπορεί και να ‘ταν κάτι το εξωπραγματικό-

Που ήξερε να με ακούει, να μ’ αποδέχεται, να με καταλαβαίνει.

Κι εγώ, που - άλλο από το μίσος, την ψευτιά και τη φυγή –

Δε γνώριζα, έμαθα ν’ αγαπώ.

Όποιος θέλει να αναζητήσει το βαθύτερο αίτιο της συμπεριφοράς αυτών των νέων, θα διαπιστώσει ένα συναισθηματικό κενό, που το ‘χουν δημιουργήσει το κακό τους ριζικό και η κοινωνική εγκατάλειψη.

Μέχρι το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι οργανωμένες κοινωνίες αντιμετώπιζαν την αντικοινωνική συμπεριφορά των νέων, με περιορισμό και σκληρά πειθαρχικά μέτρα. Η πείρα όμως, έδειξε ότι, ο τρόπος αυτός οδηγούσε τους συναισθηματικά ανασφαλείς και ψυχικά διαταραγμένους νέους σε εντονότερη αντίδραση και εξεγέρσεις.

Από το 1945, η γαλλική νομοθεσία αντικατέστησε την έννοια του κολασμού με τις έννοιες της αναμόρφωσης, της αγωγής κι της θεραπείας των ανηλίκων, που παρουσιάζουν αντικοινωνική συμπεριφορά.

Αυτές οι αντιλήψεις, για την αντικοινωνική συμπεριφορά των εφήβων, οδήγησαν στη δημιουργία «κέντρων ημι-ελεύθερης διαβίωσης», για τα παιδιά αυτά. Ένα τέτοιο αξιόλογο κέντρο είναι:

Το «Οικογενειακό Κέντρο Νέων» στο Βιτρύ (μια εργατική γειτονιά στην περιφέρεια του Παρισιού), το οποίο λειτουργεί από το 1950. Τα τριάντα, περίπου, παιδιά που ζούνε εκεί, είναι αγόρια κάτω των δεκαεπτά ετών, όλα με κανονικό δείκτη νοημοσύνης. Σοβαρές οικογενειακές δυσκολίες ή αντικοινωνικές πράξεις, τα οδήγησαν στο κέντρο.

Τη ζωή του κέντρου διέπουν δύο θεμελιακές έννοιες: Η ελευθερία της έκφρασης και ο σεβασμός του ατόμου.

Οι βασικές αρχές, στις οποίες στηρίζεται η όλη εργασία για την αναμόρφωση των εφήβων αυτών, είναι: Η ελευθερία, η εθελοντική συμμετοχή, η ψυχοθεραπεία και η κοινωνιοθεραπεία.

Η ελευθερία κυριαρχεί σ’ όλες τις εκφάνσεις της ζωής του Κέντρου. Δεν υπάρχουν κλειδιά στις πόρτες των δωματίων και της εισόδου. Τα μέλη του, παρακολουθούν κάποιο σχολείο ή εργάζονται έξω από το Κέντρο. Επικοινωνούν ελεύθερα και δημιουργούν σχέσεις με τον έξω κόσμο.

Η εθελοντική συμμετοχή, αρχίζει με την είσοδο του νέου μέλους και συνεχίζεται σε κάθε ενέργειά του, στη ζωή του Κέντρου. Ο υποψήφιος επισκέπτεται το Κέντρο και αφότου πληροφορηθεί το καταστατικό και τις συνθήκες διαβίωσης σε αυτό, αποφασίζει μόνος του, αν θα γίνει μέλος. Την αποδοχή των συνθηκών λειτουργίας του Κέντρου, διατυπώνει στη γραπτή αίτηση για την εισδοχή του.

Η ψυχοθεραπεία, που την ονομάζουν «καθοδήγηση», γίνεται από τον παιδαγωγό-καθοδηγητή, σε στενή συνεργασία και με τον νευροψυχίατρο. Σε κάθε ψυχοθεραπευτική συνάντηση, το μέλος προσέρχεται αυτοπροαίρετα. Ο παιδαγωγός συμβουλεύει, βοηθάει, κατευθύνει, χωρίς ποτέ να καταπιέσει. Ενθαρρύνει την ελεύθερη έκφραση, γιατί μόνο η αυθόρμητη έκφραση της βασανιστικής σκέψης επιτρέπει μια, πραγματικά, θεραπευτική δουλειά.

Η κοινωνιοθεραπεία, επιτυγχάνεται με τις ακόλουθες δραστηριότητες: Δημοκρατικές δομές, για την αυτοδιοίκηση της ζωής σ’ αυτό το Κέντρο. Κουλτουριστικές ομάδες, μουσικές, χορευτικές και θεατρικές, ζωγραφικής, σχεδίου και φωτογραφίας, κινηματογράφου και video, ακόμη και λέσχες και συζητήσεις. Τέλος, το κοινωνιοδραματικό παιχνίδι.

Τα μέλη συμμετέχουν προαιρετικά, σε όποιες από αυτές τις δραστηριότητες προτιμούν. Όμως, σύμφωνα με το καταστατικό του Κέντρου, δεν μπορεί να απέχουν από όλες τις δραστηριότητες και να αδρανούν.

Ανάμεσα στα πρωτοποριακά μέσα για την αναμόρφωση των παραστρατημένων εφήβων, που εφαρμόζονται με επιτυχία στο «Κέντρο του Βιτρύ», είναι το Κοινωνιοδραματικό παιχνίδι, το φωτόδραμα και το βιντεόδραμα.

Το κοινωνιοδραματικό παιχνίδι, όπως εφαρμόζεται στο «Κέντρο του Βιτρύ», δεν περιέχει ηθοποιία ή παντομίμα. Είναι μια συζήτηση σε ομάδα, για ένα προκαθορισμένο θέμα, το οποίο περιέχει πάντα μια σύγκρουση μεταξύ παιδιών, παιδιών και παιδαγωγών, παιδαγωγών ή εργοδοτών κλπ.

Στο παιχνίδι λοιπόν συμμετέχουν παιδιά και παιδαγωγοί. Μεταξύ άλλων, στοχεύει να ασκήσει τα παιδιά στη συζήτηση, δηλαδή την έκφραση με τον προφορικό λόγο και το διάλογο μέσα στην ομάδα. Τα παιδιά προετοιμάζονται, με τη βοήθεια των παιδαγωγών, για τους ρόλους που θα παίξουν. Γίνεται περίπου δύο φορές το μήνα. Το παρακολουθούν και ακροατές, οι οποίοι μπορούν να συμμετάσχουν στη συζήτηση που ακολουθεί.

Το κοινωνιοδραματικό παιχνίδι αποτελεί μια τεχνική, συμπληρωτική στο όλο πρόγραμμα θεραπείας και αναμόρφωσης, που εφαρμόζεται στο «Κέντρο του Βιτρύ» απ’ το 1951.

Το φωτόδραμα αναπτύχθηκε με την τεχνολογική εξέλιξη της φωτογραφίας. Βοηθάει τον έφηβο να υπερνικήσει τους φόβους που έχει για τη σωματική του διάπλαση και την όλη εμφάνισή του. Ιδιαίτερη σημασία έχει, για τα άτομα που πάσχουν από δυσμορφία. Το άτομο συμμετέχει στο φωτόδραμα με τη θέλησή του. Προσποιητές πόζες, όπως στις συνηθισμένες φωτογραφίες, μπορεί να έχουν καλλιτεχνική επιτυχία αλλά όχι και φωτοδραματική. Το φωτόδραμα στοχεύει στον κοινωνικό χαρακτήρα της ομορφιάς.

Το βιντεόδραμα δεν αποτελεί ιδιαίτερη θεραπευτική μέθοδο. Είναι ένα καινούριο εργαλείο, που προσέφερε η τεχνολογική εξέλιξη, στις επιστήμες της συμπεριφοράς. Βοηθάει να γίνει αποτελεσματικότερη, μια ιδιαίτερη θεραπευτική προσέγγιση. Αποτελεί ένα οπτικοακουστικό ερέθισμα, που συνδυάζει εικόνα (και έγχρωμη), κίνηση και ήχο.

Προσφέρει στα άτομα τη δυνατότητα για μια αυτοεξέταση της συμπεριφοράς τους σε διάφορες καταστάσεις. Καταγράφοντας με video μια ομαδική συνάντηση, π.χ. ένα κοινωνιοδραματικό παιχνίδι, δίνουμε την ευκαιρία σε κάθε μέλος, να παρακολουθήσει τη σκηνή και να αξιολογήσει τη συμπεριφορά, τη δική του και των άλλων, μέσα στην ομαδική δράση. Μ’ αυτόν τον τρόπο οδηγείται στην απόφαση να αλλάξει συμπεριφορά, με προσωπικές του παρατηρήσεις και όχι με συμβουλές άλλων. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για τους εφήβους, οι οποίοι προσπαθώντας να κατακτήσουν την ανεξαρτησία τους, δεν δέχονται εύκολα συμβουλές από τους μεγαλύτερους.

Το video καταγράφει μια σκηνή και την επαναλαμβάνει αυτούσια. Για την καλύτερη παρατήρηση και μελέτη του περιεχομένου της καταγραφής, προβάλλεται και με βραδύτερο ρυθμό. Η βιντεοκασέτα μπορεί να προβληθεί αμέσως μετά τη λήψη, γιατί δεν απαιτεί εμφάνιση (όπως το κινηματογραφικό φιλμ). Μπορεί να σβήσει και να ξαναγραφτεί περισσότερες φορές, πράγμα που μειώνει το κόστος της καταγραφής. Επίσης, να μεταγραφεί σε άλλη βιντεοκασέτα, όπως γίνεται με τις κασέτες του μαγνητοφώνου. Η χρήση του video προκαλεί το ενδιαφέρον των νέων και αποτελεί σημαντικό μέσο για την απασχόληση μιας ομάδας εφήβων.

Συστηματική έρευνα για την εξέλιξη, που είχαν οι «νέοι του Βιτρύ» στη συνέχεια της ζωής τους – σε μια 80ετία – παρουσίασε τα ακόλουθα αποτελέσματα:

Το 80% των περιπτώσεων επέδειξαν ικανοποιητική κοινωνική προσαρμογή, με λευκό ποινικό μητρώο. Το 10% υπέπεσε σε ακούσια παραπτώματα ή διέπραξαν διάφορες αντικοινωνικές πράξεις, χωρίς σημαντικές εκτροπές και μόνο το 10% εξακολούθησε την αντικοινωνική συμπεριφορά του. Αξιοσημείωτο είναι, ότι η συντριπτική πλειοψηφία αυτών των παιδιών, δεν είχε γνωρίσει ποτέ μια ομαλή οικογενειακή ζωή. Τα συναισθήματα που κυριαρχούσαν στον ψυχικό τους κόσμο ήταν η μοναξιά, η απελπισία και η αγωνία για την ύπαρξή τους.

Αλί Σαίντ (ανήλικος κρατούμενος –μετανάστης χωρίς χαρτιά)

Με λένε Σαίντ Αλί 4/6/2007 μπήκα στην Ελλάδα και δυο μέρες έμεινα στο κέντρο κράτησης στη Μυτιλήνη και μου έδωσαν το χαρτί για να φύγω από την Ελλάδα, ήρθα 4 μέρες στην Αθήνα και μετά πήγα για Πάτρα. Εφτά μήνες έμεινα στην Πάτρα και κάθε μέρα προσπαθούσα να φύγω από την Ελλάδα. Μια μέρα μπήκα σε ένα φορτηγό που νόμιζα ότι πάει Ιταλία και όταν σταμάτησε το φορτηγό νόμιζα ότι είχα βγει από την Ελλάδα. Κατέβηκα από το φορτηγό και ήταν γύρω γύρω αστυνομία και με έπιασαν. Το φορτηγό το είχαν περικυκλώσει 6 αμάξια με αστυνομικούς και μας ρώτησαν πόσα άτομα είμαστε και είπαμε 2. Οι αστυνομικοί έψαξαν το φορτηγό και βρήκαν τελικά 7 άτομα. Μας πήγαν στο Τμήμα και μας είπαν ότι θα φύγουμε αύριο. Την επόμενη μέρα μας πήγαν στο δικαστήριο και οι δικαστές ρώτησαν αν έχω χαρτιά. Τους έδωσα ένα χαρτί που είχα και μου είπαν ότι έχει λήξει εδώ και 6 μήνες και έπρεπε να έχω φύγει από την Ελλάδα. Τους είπα ότι προσπάθησα να φύγω αλλά πήρα λάθος φορτηγό και ήρθα εδώ. Στο δικαστήριο είπαν ότι θα μας αφήσουν γιατί είμαστε εχθροί. Μετά το δικαστήριο μας πήγαν στο Τμήμα και μας χώρισαν. Τον έναν το άφησαν γιατί ήρθε και τον πήρε δικηγόρος, άλλους τρεις τους πήγαν σε ένα άλλο κρατητήριο και εμένα με άλλους δυο μας πήγαν σε ένα κρατητήριο στην Κόρινθο όπου μείναμε 26 μέρες. Κάναμε απεργία πείνας. Μας έδιναν ούτως ή άλλως μια φορά το 24ωρο φαί. Τρεις μέρες δεν είχαμε φάει τίποτα και μας ρώτησαν γιατί κάνουμε απεργία πείνας. Τους είπαμε ότι θέλουμε να μάθουμε γιατί κρατούμαστε. Ρωτήσαμε αν χαλάσαμε το φορτηγό και πρέπει να πάρουμε κανένα τηλέφωνο να ζητήσουμε δικηγόρο. Μας είπαν ότι δεν έχουμε αυτό το πρόβλημα και ότι θα μας αφήσουν. Μετά από 26 μέρες μας έφεραν στην Αθήνα και μας είπαν ότι είμαστε εχθροί. Μας πήγαν σε ένα υπόγειο όπου μείναμε μερικές ώρες και μετά ήρθαν δυο φορτηγά και μας πήγαν κάπου που δεν ξέραμε που. Δυο λεωφορεία ήταν γεμάτα από πρόσφυγες Άραβες, Κούρδους, βρήκα και κάτι φίλους που ήμασταν μαζί στον καταυλισμό της Πάτρας. Όταν φτάσαμε στο Τμήμα της Θεσσαλονίκης συνάντησα κάποιους φίλους από την Πάτρα και τους ρώτησα τι θα μας κάνουν και μας είπαν ότι άμα είμαστε πολλοί μπορεί να μας απελάσουν από την Τουρκία αλλιώς θα μας πάνε σε κάποιο κέντρο κράτησης για κάποιους μήνες και μετά θα μας αφήσουν. Μας πήγαν στην Κομοτηνή μείναμε 3 μήνες και μας έδωσαν ένα χαρτί σαν το πρώτο που μου είχαν δώσει και είπαν ότι σε ένα μήνα πρέπει να φύγουμε από την Ελλάδα αλλιώς αν μας πιάσουν θα πάμε πάλι δικαστήριο και θα πάμε πάλι φυλακή.

Αλέκος Αστρινάκης (ψυχίατρος)

Υπάρχει ένα μείζον θέμα που αφορά την ψυχολογία και την ψυχολογική συμπεριφορά των εμπλεκομένων σε όλη αυτή την ιστορία. Από τους γονείς των παιδιών που καταλήγουν σε αναμορφωτήριο ή ίδρυμα, τους φύλακες και τους αστυνομικούς που τους έχουν συλλάβει, τον διευθυντή του καταστήματος, τους καθηγητές και τους δασκάλους τους οποίους έχουν φοιτήσει, έχουν εμπειρία οι έγκλειστοι και πιστεύω ότι υπάρχει σοβαρός λόγος να συζητήσουμε την ψυχολογία όλων αυτών των διαφορετικών κοινωνικών ομάδων γιατί άμα μας ξεφύγει μία δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα και κυρίως άμα μας ξεφύγει η ψυχολογία του γενικού πληθυσμού.

Ο γενικός πληθυσμός διακατέχεται από μία τρομολαγνεία μια εγκληματοφοβία. Οι συναγερμοί μπαίνουν ο ένας μετά τον άλλον στα σπίτια και κάποιος θα πει «τι λέτε τώρα τα παλιόπαιδα πρέπει να τα έχουμε μέσα μην έρθουν να μας σπάσουν το σπίτι. Ξεκινώντας να κάνω ένα γρήγορο πέρασμα στον ψυχολογικό χώρο αυτών των ομάδων πρέπει να πούμε ότι οι έφηβοι από την πολύπλευρη ψυχολογία τους έχουν μια προδιάθεση στην παραβατικότητα γιατί με δυο τρεις πράξεις οι έφηβοι στήνουν, και πολύ καλά κάνουν, την προσωπικότητά τους σε ρήξη με την όποια εξουσία και κυρίως με την εξουσία του πατέρα. Αν βρεθούν οι έφηβοι σε συγγενείς που δεν τους επιθυμούν ή δεν τους αγαπάνε τότε αυτή η ρήξη μπορεί να φτάσει στα άκρα και να υπερβούν τα όρια του νόμου.

Ένα θέμα, λοιπόν, είναι η εκπαίδευση των γονέων και η πρόληψη χώρων που μπορεί να παράγουν νέους που μπορεί να καταλήξουν σε τέτοια καταστήματα. Υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην παραβατικότητα των ανηλίκων με των ενηλίκων. Οι ανήλικοι δεν έχουν καταλήξει στο χαρακτήρα τους και στις επιλογές που θα κάνουν στη ζωή τους. Οι ενήλικες έχουν καταλήξει και πολύ δύσκολα αλλάζουν. Τους ενήλικες δεν μπορούμε να τους βρούμε πουθενά. Τους νέους μπορούμε να τα βρούμε. Υπάρχουν δίκτυα. Ο παιδικός σταθμός, το δημοτικό σχολείο, το γυμνάσιο και ανά πάσα στιγμή μπορείς να βρεις οποιοδήποτε παιδί. Από 0 χρονών μέχρι 18 αλλά καμία στιγμή δεν μπορείς να βρεις ένα άτομο από 20-50 χρονών, μόνο μέσω της αστυνομίας.

Υπάρχουν μείζονα ζητήματα που παράγουν παραβατικότητα και αυτά είναι:

1. Η απουσία της εκπαίδευσης της ψυχολογίας της εφηβείας στους δασκάλους και τους καθηγητές. Πρέπει να γίνεται επιλογή ποιος θα γίνει καθηγητής και πολύ περισσότερο ποιος θα γίνει δάσκαλος.

2. Η ενημέρωση των γονέων για την αντιμετώπιση των εφήβων και της συμπεριφορά του. Οι γονείς γίνονται και αυτοί έφηβοι όταν τους αμφισβητούν τα παιδιά τους. Δεν κρατάνε τη θέση των γονέων και αυτό δεν πειράζει σε ελαφριές περιπτώσεις που τα παιδιά τα αγαπάνε και έχουν ζήσει καλά. Πειράζει για εκείνα τα παιδιά που βρίσκονται στο όριο. Αυτά τα παιδιά οι γονείς θα τα σπρώξουνε να πάνε στην παραβατικότητα. Έτσι η εκδίκηση θα αντανακλάσει το σαδισμό που έλαβε από τον δάσκαλο, τον καθηγητή, τον γονέα.

Αυτά είναι ζητήματα που είναι πριν το κατάστημα και τώρα ας δούμε το κατάστημα. Ποιος από εσάς θα πάει να γίνει φύλακας σε φυλακή; Εγώ δεν θα πάω ποτέ. Ποιος θέλει να γίνει διευθυντής φυλακής; Εγώ ποτέ. Ποιος από τους αστυνομικούς γουστάρει να κάνει κυνήγι Αλβανών. Υπάρχουν ομάδες αστυνομικών που για την πλάκα τους πάνε και μαζεύουν αλλοδαπούς. Θέλω να πω ότι πρώτοι από όλους οι αστυνομικοί θα έπρεπε να είναι επιλεγμένοι και ψυχολογικά εκπαιδευμένοι για την αντιμετώπιση και των ημεδαπών και των αλλοδαπών. Θυμάμαι χαρακτηριστικά είχαν φέρει μία γυναίκα από κρατητήριο που ήταν σε πολύ άσχημη ψυχολογική κατάσταση την κρατήσαμε στο Δαφνί μισή ώρα τρία τέταρτα, για να την ησυχάσουμε και να μπορέσουμε να την βάλουμε σε ένα δρόμο να κάνουμε κάτι και μόλις βγήκε έξω δεν ήθελε να μπει στην κλούβα και οι αστυνομικοί σε 1 ½ λεπτό είχαν καταστρέψει αυτό που κάναμε εμείς σε 45 λεπτά. Έτσι που τη βούτηξαν και την έχωσαν μέσα η γυναίκα έγινε όπως ήρθε και χειρότερα.

Υπάρχει και η ψυχολογία της αστυνομίας όπως και η ψυχολογία του γενικού πληθυσμού. Πολύ ωραίες οι προτάσεις που ειπώθηκαν μέχρι τώρα αλλά εάν δεν κερδίσουμε την σιωπηλή πλειοψηφία, την σιωπηλή συνείδηση δεν θα μπορέσουμε να κάνουμε πολλά πράγματα γιατί χρειάζονται πολλές προσπάθειες γιατί ο κόσμος φοβάται γιατί ο κόσμος δεν ξέρει. Γιατί ο κόσμος έχει καταθέσει τον σαδισμό του σε πολύ κρυφές γωνίες του κρανίου του γιατί ο κόσμος έχει μέσα του συμβολισμούς και φόβους και μνήμες που τις έχει ζήσει στον πόλεμο, στη Χούντα ή από άλλες στιγμές. Θα πρέπει να εξηγήσουμε στον κόσμο για τους νέους για τη νεολαία, για αυτό χρειάζεται η ενημέρωση για την ψυχολογία των νέων, κάποιες επισκέψεις κόσμου σε καταστήματα και κάνοντας αυτά θα μπορούσαμε να βρούμε έναν χώρο για το κλείσιμο των καταστημάτων. Παρεμπιπτόντως στις προσπάθειες απεγκλεισμού των ψυχικά πασχόντων και έχουν γίνει προσπάθειες τηρουμένων των αναλογιών, υπήρχαν φοβερές αντιδράσεις από γειτονιές και πολυκατοικίες που θα έμπαινε ένα προστατευόμενο διαμέρισμα με ψυχικώς πάσχοντες και ας ήταν αυτοί καλύτεροι ένοικοι από τους υπολοίπους. Γιατί ο κόσμος δεν ξέρει, γιατί ο κόσμος φοβάται και όταν φοβάται ο κόσμος φασιστοτικοποιείται και γίνεται βίαιος.

Παύλος Σαλίχος, (Ψυχολόγος – Συντονιστής των

δράσεων στις φυλακές Αττικής, ΑΡΣΙΣ)

Καταρχάς, ευχαριστώ για την πρόσκληση και θέλω να πω ένα μεγάλο μπράβο στους ανθρώπους της Πρωτοβουλίας όχι μόνο για την διοργάνωση της σημερινής εκδήλωσης αλλά για όλη τη δράση τους τα τελευταία δύο περίπου χρόνια, αφού με το κινηματικού τύπου εγχείρημα τους εκφέρουν έναν λόγο τον οποίο δεν μπορεί να εκφέρει ούτε το πανεπιστήμιο ούτε μια ΜΚΟ.

Η «ΑΡΣΙΣ Κοινωνική Οργάνωση Υποστήριξης Νέων» είναι μη κυβερνητική οργάνωση που δραστηριοποιείται για την πρόληψη της κοινωνικής περιθωριοποίησης και τη διευκόλυνση της κοινωνικής ένταξης των νέων έως 25 ετών και ευπαθών κοινωνικών ομάδων.

Ιδρύθηκε τον Οκτώβριο του 1992 και λειτουργεί στην Αθήνα, την Θεσσαλονίκη, τον Βόλο, τη Λάρισα, την Καρδίτσα και στα Τίρανα.

Η ΑΡΣΙΣ ξεκίνησε ως πρωτοβουλία κοινωνικά ευαισθητοποιημένων επαγγελματιών και γρήγορα αγκαλιάστηκε από ένα μεγάλο αριθμό πολιτών που συμμερίζονται τους στόχους της.

Σήμερα, η ΑΡΣΙΣ στηρίζει μεγάλο μέρος της δουλειάς της στην εθελοντική προσφορά συμπολιτών μας αποτελώντας έτσι ένα ζωντανό οργανισμό ανθρώπων, ελπίδας και αλληλεγγύης.

Oι πόροι της ΑΡΣΙΣ προέρχονται από συνδρομές μελών και συνδρομητών, ιδιωτικές δωρεές και χορηγίες, κρατικές επιχορηγήσεις, χρηματοδοτήσεις της Eυρωπαϊκής Ένωσης για την υλοποίηση προγραμμάτων, έσοδα από πωλήσεις εντύπων και αντικειμένων που παράγονται στα εκπαιδευτικά και παραγωγικά εργαστήρια, έσοδα από εκδηλώσεις, σεμινάρια και μαθήματα.

Στελεχώνεται από ειδικευμένο επιστημονικό προσωπικό όπως κοινωνικούς λειτουργούς, ψυχολόγους, κοινωνιολόγους, δικηγόρους και εγκληματολόγους. Συσπειρώνει και κινητοποιεί εθελοντικό δυναμικό και λειτουργεί με τις αρχές της συλλογικότητας και της κοινωνικής αλληλεγγύης. Αναπτύσσει πρότυπες μεθόδους και εργαλεία υποστήριξης νέων, συνεργάζεται με δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς και προωθεί προς την πολιτεία θεσμικές προτάσεις που αφορούν την βελτίωση της κοινωνικής πολιτικής για τους νέους και τις κοινωνικές ομάδες που απειλούνται με αποκλεισμό.

Μία από τις ομάδες αυτές η οποία αποτελεί αυτόν καθεαυτόν το στόχο παρεμβάσεων της ΑΡΣΙΣ από την ίδρυσή της είναι οι ανήλικοι και νέοι κρατούμενοι των φυλακών ανηλίκων ολόκληρης της επικράτειας.

Είναι γνωστό ότι σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία η στερητική της ελευθερίας ποινή, δεν καταργεί βασικά ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα των κρατουμένων.

Στην πραγματικότητα όμως, γεγονός που κάνει την προηγούμενη πρόταση να ακούγεται σαν ευχολόγιο, ο εγκλεισμός ενός ανηλίκου σε σωφρονιστικό κατάστημα, εκτός από τη στέρηση της ελευθερίας, έχει και πολλές άλλες αρνητικές επιπτώσεις που, με ελάχιστες δυστυχώς εξαιρέσεις, τον επηρεάζουν και σε ολόκληρη τη ζωή του.

Αποτελεί υποχρέωση της Πολιτείας η δημιουργία των κατάλληλων συνθηκών που θα αποτελούν εγγύηση για την διασφάλιση βασικών δικαιωμάτων όπως

ü Υγιεινή διαβίωση

ü Ποιοτική περίθαλψη

ü Εκπαίδευση

ü Επιμόρφωση

ü Απασχόληση

ü Ψυχαγωγία

ü Επικοινωνία

ü Διευκόλυνση της κοινωνικής επανένταξης

Ωστόσο αποτελεί κοινή διαπίστωση ότι υπάρχει έλλειψη επαρκών για το σκοπό αυτό υποδομών, προγραμμάτων και υπηρεσιών, ευκαιριών και προτάσεων που θα συνέβαλαν στη βελτίωση των συνθηκών κράτησης και στη θετική προσωπική ανάπτυξη των νεαρών κρατουμένων

Η προετοιμασία για την επανένταξη τους στο κοινωνικό σύνολο είναι υποτυπώδης ως ανύπαρκτη, με ευθύνη τόσο του σωφρονιστικού συστήματος όσο και των υπηρεσιών πρόνοιας και προώθησης της απασχόλησης .

Έτσι, η ΑΡΣΙΣ από το 1992 σε συνεργασία με τι Υπουργείο Δικαιοσύνης, τις Διευθύνσεις και τις Κοινωνικές Υπηρεσίες των φυλακών και ανάλογα με τις υπάρχουσες δυνατότητες αναπτύσσει παρεμβάσεις στο Ειδικό Κατάστημα Κράτησης Νέων Αυλώνα, Ειδικό Κατάστημα Κράτησης Νέων Βόλου, Αγροτικό Σωφρονιστικό Κατάστημα Ανηλίκων (Α.Σ.Κ.Α.) Κασσαβέτειας, στο Ίδρυμα Αγωγής Ανηλίκων Αρρένων Βόλου και σε πτέρυγες ανηλίκων σε άλλες φυλακές της επικράτειας (Διαβατά, Λάρισα).

Στόχοι της παρέμβασης είναι:

· Η δημιουργία ευκαιριών δημιουργικής απασχόλησης, έκφρασης και επικοινωνίας ώστε ο χρόνος του εγκλεισμού να μην κυλά στην απομόνωση και την αδράνεια.

· Η διοργάνωση προγραμμάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης

· Η προετοιμασία για την κοινωνική επανένταξη

· Η διατήρηση μιας σταθερής και μόνιμης γέφυρας επικοινωνίας με την ανοικτή κοινωνία, με στόχο την άρση των προκαταλήψεων και του κοινωνικού αποκλεισμού και την υποστήριξη μετά την αποφυλάκιση.

Μέσα για την επίτευξη των στόχων αυτών αποτελούν:

· Ειδικά εκπαιδευτικά εργαστήρια

· Εργαστήρια δημιουργικής έκφρασης

· Προγράμματα επαγγελματικού προσανατολισμού και εκπαίδευσης

· Ομάδες επικοινωνίας, εμψύχωσης και υποστήριξης

· Επισκέψεις εθελοντικών ομάδων για επικοινωνία και ψυχαγωγία

· Εκδόσεις για τα δικαιώματα

· Ατομική προετοιμασία και στήριξη για την αποφυλάκιση

Οι παρεμβάσεις στις διάφορες φυλακές της επικράτειας δυστυχώς δεν έχουν πάντα την σταθερότητα και την συνέχεια την οποία εμείς θα ευχόμασταν, και προς την οποία στοχεύουμε. Βασικές αιτίες για αυτό είναι αφενός μεν η παύση της χρηματοδότησης των παρεμβάσεων μετά την ολοκλήρωση των ευρωπαϊκών και εθνικών προγραμμάτων στα οποία οι παρεμβάσεις αυτές εντάσσονται. Αφετέρου δε, συχνά, οι εκτιμήσεις για την ασφάλεια των καταστημάτων κράτησης και για την εύρυθμη λειτουργία τους αποτελούν τροχοπέδη για τις παρεμβάσεις της ΑΡΣΙΣ σε αυτά. Μάλιστα, οι εκτιμήσεις αυτές δεν διαπνέονται από μία σταθερότητα αλλά συχνά παρατηρείται το φαινόμενο να αλλάζουν ανάλογα με την κρίση του εκάστοτε αξιωματούχου που αναλαμβάνει τη διεύθυνση της φυλακής.

Η ΑΡΣΙΣ δουλεύει τόσο στον τομέα της υποστήριξης των ανηλίκων και νέων κρατουμένων όσο και στον τομέα επανένταξης των αποφυλακισμένων. Για την ΑΡΣΙΣ, οι δύο αυτές περιοχές δουλειάς συνδέονται άμεσα και είναι σημαντικό η παρέμβαση, η οποία αφορά στην επανένταξη, να ξεκινά από το χρόνο του εγκλεισμού. Για το λόγο αυτό, οι δράσεις της απευθύνονται εκτός από την κλειστή κοινότητα της φυλακής και στην ανοικτή κοινότητα, στις πόλεις όπου υπάρχουν τα κατά τόπους γραφεία της ΑΡΣΙΣ.

Στόχος μας είναι να είμαστε παρόντες, με στελέχη και εθελοντές, δίπλα στους κρατουμένους, σε διάλογο και συνεργασία με την πολιτεία και το σωφρονιστικό προσωπικό του κάθε καταστήματος, καθώς και με το δίκτυο των οργανισμών, με τους οποίους συνεργαζόμαστε, σε Ελλάδα και Ευρώπη.

Κυρίως η συνεργασία μας με αντίστοιχες οργανώσεις του εξωτερικού και η συμμετοχή μας σε ευρωπαϊκά δίκτυα όπως το Ευρωπαϊκό Φόρουμ για την Απασχόληση των Παραβατών (“EOEF”) μας επιτρέπει να γνωρίζουμε τι γίνεται σε φυλακές του εξωτερικού, να προγραμματίζουμε ανάλογες δράσεις και να θεωρούμε ότι η βελτίωση των συνθηκών κράτησης στις ελληνικές φυλακές είναι δυνατή.

Είναι ανάγκη οι ελληνικές φυλακές και κυρίως αυτές των ανηλίκων να ανοίγουν τις πόρτες τους σε φορείς της κοινωνίας των πολιτών με πολυετή εμπειρία και αποδεδειγμένη υπευθυνότητα, όπως είναι η ΑΡΣΙΣ, και οι οποίες μπορούν να συνδράμουν το έργο των αρμόδιων κρατικών υπηρεσιών χρησιμοποιώντας μια σειρά εργαλείων και καλών πρακτικών που παραμένουν στο συρτάρι.

Η ΑΡΣΙΣ επιδιώκει και διεκδικεί μεγαλύτερη φροντίδα για τους έγκλειστους νέους, ανεξάρτητα από τα αδικήματα, την προέλευση και την εθνότητά τους.

Έχουν όλοι δικαίωμα στην εκπαίδευση, την κατάρτιση, την επικοινωνία, την υγεία, την έκφραση, την προσωπική ζωή και την ψυχαγωγία.

Μόνο η έμπρακτη προάσπιση των δικαιωμάτων των κρατουμένων μπορεί να συμβάλει στη ευνοϊκότερη επιστροφή τους στη κοινωνία και στην ομαλή τους επανένταξη.

Η αναβάθμιση των υποδομών και η επαρκής στελέχωση των υπηρεσιών της ποινικής καταστολής των ανηλίκων εμφανίζεται λοιπόν ως αίτημα απολύτως εύλογο. Ο προβληματισμός όμως ο οποίος αναδύεται με το ζήτημα που θέτει η σημερινή εκδήλωση δεν είναι άλλος από τον εξής: Μήπως το ζητούμενο δεν είναι να δημιουργήσουμε φυλακές πρότυπα αλλά να αναζητήσουμε απάντηση στο ερώτημα πώς μπορούμε να αποκόψουμε τον ομφάλιο λώρο που τις συνδέει με προβληματικές όψεις της κοινωνικής ζωής και να ζήσουμε χωρίς αυτές; Με άλλα λόγια, τίθεται σε σοβαρή αμφισβήτηση εάν οι φυλακές ανηλίκων, όσο προηγμένες και αν γίνουν αναφορικά με την προστασία των δικαιωμάτων και την επαρκή στελέχωσή τους από ειδικευμένο επιστημονικό προσωπικό, είναι ο κατάλληλος χώρος για να καλύψει τις ανάγκες ομαλούς (επανα-) κοινωνικοποίησης και υπευθυνοποίησης του πληθυσμού των ανηλίκων και νέων ο οποίος εγκλείεται σε αυτές. Αυτός ο πληθυσμός, είναι σαφές από τα περισσότερα ερευνητικά δεδομένα αλλά και από την εμπειρία της πολυετούς δράσης μας, ότι είναι ταξικά προσδιορισμένος. Ο ανήλικος παραβάτης δηλαδή, αποτελεί ένα «καλά καμουφλαρισμένο θύμα» για να μεταφέρω τα λόγια του Ευτύχη Φυτράκη, παλιού συνεργάτη της ΑΡΣΙΣ. Θύμα της ανεπάρκειας κοινωνικών πολιτικών, θύμα της ανεπάρκειας υποστηρικτικών δομών, θύμα των ολοένα διευρυνόμενων κοινωνικοοικονομικών ανισοτήτων, θύμα σε τελική ανάλυση της σημερινής κοινωνίας όπου ο καθένας είναι μόνος του και όλοι εναντίον όλων. Η κάλυψη λοιπόν των αναγκών του δεν ανήκει στη φυλακή αλλά σε άλλους κοινωνικοποιητικούς θεσμούς οι οποίοι οφείλουν να προαγάγουν το σεβασμό, την αλληλεγγύη, την αυτονομία, την ελευθερία και τη δικαιοσύνη.

Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι η παραβίαση ενός κανόνα από έναν ανήλικο δεν συνιστά σε καμία περίπτωση έκφραση μιας σταθερής αντικοινωνικής διάθεσης αλλά μάλλον ένα επεισόδιο στη διαδικασία κοινωνικοποίησής του. Αν αντιπαραβάλλουμε τώρα τους πληθυσμούς που εκδηλώνουν κάποια παραβατική συμπεριφορά και τους αντίστοιχους που βρίσκονται στις φυλακές, θα διαπιστώσουμε μια κραυγαλέα διαφοροποίηση. Διαφοροποίηση ως προς την κοινωνικοοικονομική θέση, την εθνική καταγωγή, την εκπαιδευτική και οικογενειακή κατάσταση. Με πιο απλά λόγια, στο έγκλημα όλοι συμμετέχουν, η απάντηση όμως της κοινωνίας εξαρτάται από το ποιός είσαι.

Έτσι, χρησιμοποιώντας τα λόγια του εγκληματολόγου Νίκου Κουλούρη, «οι όποιες μεταρρυθμίσεις του θεσμού της φυλακής, η δημιουργία δηλαδή ιδρυματικών πλαισίων τα οποία θα διαφυλάσσουν τα δικαιώματα των ανηλίκων εγκλείστων και θα λειτουργούν με διαφάνεια προσφέροντας ευχερή πρόσβαση σε σώματα παρατηρητών της κοινωνίας των πολιτών, αφαιρούν μέρος της κατασταλτικής δυναμικής της φυλακής αλλά ταυτόχρονα την ανανεώνουν και την επανανομιμοποιούν για να ανακτήσει τα κεκτημένα και να συνεχίσει να επιτελεί το έργο της».

Στο πλαίσιο αυτό και όσον αφορά αυτό καθεαυτό το ζήτημα της ποινικής μεταχείρισης των νεαρών παραβατών στην ΑΡΣΙΣ προωθούμε με κάθε δυνατό τρόπο την εκτενέστερη εφαρμογή πρωτοπόρων ρυθμίσεων της ποινικής δικαιοσύνης με κυριότερες τα διάφορα εναλλακτικά του εγκλεισμού αναμορφωτικά μέτρα όπως η παροχή κοινωφελούς εργασίας από τον ανήλικο, η παρακολούθηση από τον ανήλικο κοινωνικών και ψυχολογικών προγραμμάτων σε κρατικούς, δημοτικούς, κοινοτικούς ή ιδιωτικούς φορείς, η φοίτηση του ανηλίκου σε σχολές επαγγελματικής ή άλλης εκπαίδευσης ή κατάρτισης, η παρακολούθηση από τον ανήλικο ειδικών προγραμμάτων κυκλοφοριακής αγωγής, η συνδιαλλαγή μεταξύ ανηλίκου δράστη και θύματος για έκφραση συγγνώμης και εν γένει εξώδικη διευθέτηση των συνεπειών της πράξης». Επίσης τονίζουμε ότι πρέπει να εφαρμόζονται οι ειδικές ρυθμίσεις για την ολοκληρωμένη στήριξη ειδικών κατηγοριών νέων, όπως οι χρήστες ψυχοτρόπων ουσιών και να θεσμοθετηθούν ανάλογες ρυθμίσεις εκεί που δεν υπάρχουν όπως αναφορικά με τους μετανάστες.

Από αυτή την άποψη, διεκδικούμε τη σταδιακή κατάργηση της χρήσης του ποινικού εγκλεισμού για ανηλίκους (μέχρι 18 ετών), και την ουσιαστική ενίσχυση μέτρων που αποσκοπούν στην υποστήριξη και διαπαιδαγώγηση των ανηλίκων αντί της ποινής και όχι μέσω της ποινής. Τέτοια μέτρα μπορεί να προβλέπουν την παροχή υπηρεσιών πρόνοιας, στήριξης, θεραπείας –όποτε χρειάζεται-, εκπαιδευτικής ενίσχυσης, πολιτιστικής έκφρασης και προετοιμασίας για την επαγγελματική ένταξη. Επίσης απαραίτητο είναι να συνοδεύονται από συνδεδεμένες υπηρεσίες στήριξης της οικογένειας και του άμεσου περιβάλλοντος των νέων.

Κλείνοντας, τονίζουμε ότι συμμεριζόμαστε τον τίτλο της σημερινής εκδήλωσης με την έννοια ότι αποτελεί αδήριτη ανάγκη να ζητούμε το (σε εισαγωγικά) «αδιανόητο» προκειμένου να πετύχουμε το κοινωνικά δίκαιο, ωφέλιμο και εφικτό.



[1] Η παραμονή σε Καταστήματα Κράτησης Ανηλίκων και πέρα από το νόμιμο όριο ενηλικίωσης οφείλεται στη διάρκεια του χρόνου έκτισης της ποινής και στη συνέχιση της παρακολούθησης της εκπαιδευτικής διαδικασίας όπου υπάρχει («σχολείο δεύτερης ευκαιρίας»)

[2] Στην καταμέτρηση αυτή δεν περιλαμβάνονται μόνο οι νεαροί κρατούμενοι (13-25 ετών) που βρίσκονται σε καταστήματα κράτησης για νέους αλλά και εκείνοι που κρατούνται σε άλλες Κλειστές ή Δικαστικές φυλακές και Θεραπευτικά Καταστήματα (όπως π.χ. στη γυναικεία φυλακή Κορυδαλλού, στις Δικαστικές φυλακές της Θεσσαλονίκης και της Λάρισας, στο Ψυχιατρείο κλπ.)

[3] Αυτό μπορεί να προκύψει αν λάβει κανείς υπόψη του τη διαφορά ανάμεσα στο συνολικό αριθμό των κρατουμένων (13 έως 25 ετών) που είναι 729 άτομα και εκείνων που ανήκουν στην ηλικιακή ομάδα 13-21ετών, που ανέρχονται σε 438 άτομα. Προκύπτει, έτσι, ένα αριθμός 291 ατόμων (=729-438), που ανήκουν στην ηλικιακή ομάδα 21-25 και αποτελούν λιγότερο από το μισό του συνολικού αριθμού των 729.

[4] 79 (13-21ετών) + 32 (21-25 ετών) =110 έλληνες στον Αυλώνα

[5] 160 (13-21ετών) + 59 (21-25 ετών)=219 αλλοδαποί στον Αυλώνα

[6] 19 (13-21ετών) +124 (21-25 ετών)=143 έλληνες στην Κασσαβέτεια

[7] 9 (13-21 ετών) + 60 (21-25 ετών) = 69 αλλοδαποί στην Κασσαβέτεια

[8] 111 (13-21 ετών) + 16 (21-25 ετών) = 127 αλλοδαποί μόνο στο Κατάστημα Κράτησης Βόλου

[9] Που είναι και η μεγαλύτερη της χώρας από την άποψη του πληθυσμού που εμπίπτει στην αρμοδιότητά της.

[10] Δηλαδή στο Ιδρυμα Αγωγής Αρρένων Βόλου, για το οποίο όμως δεν είχα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία.

[11] Μ. Κρανιδιώτη, Α.-Ε. Παπανικολάου, Σ. Δανδουλάκη, Προκαταρκτική διερεύνηση σε αποφάσεις του δικαστηρίου ανηλίκων υπό το πρίσμα του δικαιικού και του προνοιακού προτύπου, Νομική Επιθεώρηση Ερευνητικού Ομίλου Φοιτητών Νομικής, 2006, τ. 33, σ.15-43 (28).

[12] Βλ. Ε. Φυτράκη, Ανήλικος παραβάτης: ένα καλά «καμουφλαρισμένο» θύμα, στο Ν. Κουράκη, Ν. Κουλούρη (επιμ.), Αντεγκληματική πολιτική ΙΙ, Α. Ν. Σάκκουλας, Αθήνα, 2000, σ.233-242.

[13] R. Musil, Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες, μετ. Τ. Σιέτη, Οδυσσέας, Αθήνα, 1992, τ.1, σ.19-20.

ΑΡΧΕΙΟ