Κυριακή, 10 Φεβρουαρίου 2008

Υστερα από έξι χρόνια... θέλω ν’ αγγίξω τη μάνα μου

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Kυριακή, 10 Φεβρουαρίου 2008

Η πρώτη άδεια ενός φυλακισμένου όπως την έζησε ο 40χρονος Νίκος

Της Μαριλης Μαργωμενου

«Πρώτη φορά πήρα άδεια απ’ τη φυλακή στα Ιωάννινα. Ενα χαμένο παιδί θα έβλεπες άμα στεκόσουν στην απέναντι γωνία όπως έβγαινα. Θυμάμαι ήταν μια γιαγιά με το εγγόνι της στο πεζοδρόμιο. Στεκόμουν εγώ στην άκρη του δρόμου, περνούσε αυτοκίνητο κι έτρεχα να κρυφτώ. Νόμιζε η γυναίκα πως τρελάθηκα όπως κοιτούσα μια δεξιά, μια αριστερά, και πεταγόμουν πίσω, μη με σκοτώσουν τ’ αυτοκίνητα. Δέκα λεπτά έκανα να περάσω τον δρόμο απέναντι. Τελικά μπήκα στο ΚΤΕΛ. Νύχτα, πήγαινα ώρες μες στο σκοτάδι στα βουνά. Ωσπου σε μια στροφή, απ’ το βάθος είδα την Αθήνα, τα φώτα. Είδα την κεραία της Πάρνηθας. Το σπίτι μου είναι κάτω απ’ την κεραία της Πάρνηθας. Μέσα στο ΚΤΕΛ είχα κολλήσει στο παράθυρο και δεν μπορούσα να σταματήσω να κλαίω».

Αυτή ήταν η πρώτη άδεια του Νίκου. Αλλά τότε ίσα που είχε ενηλικιωθεί κι ήταν στην πρώτη του καταδίκη, μόνο πέντε μήνες «μέσα». Τώρα, λίγο πριν από τα 40 του, ο Νίκος έχει συμπληρώσει έξι χρόνια ποινή. Την πρώτη του άδεια, την πήρε ένα μήνα πριν. Για κάθε χρόνο μέσα, μία μέρα έξω. Που θα πει, έξι χρόνια φυλακή, έξι μέρες ελεύθερος. Αυτή είναι η διήγηση του Νίκου, απ’ τη στιγμή που άνοιξε η πόρτα των φυλακών Λαρίσης, μέχρι που έκλεισε ξανά πίσω του.

Για κάθε αίτηση και ένα «απορρίπτεται»

«Στέκεσαι μπροστά στην επιτροπή: η γραμματέας με τον φάκελο, η κοινωνική λειτουργός, ο διευθυντής της φυλακής, ο εισαγγελέας, ο αρχιφύλακας. “Γιατί θέλετε να πάρετε άδεια;”. “Θέλω να πάω σπίτι μου”. “Ναι, αλλά δεν είστε παντρεμένος...”. Αυτό σήμαινε “δεν έχετε λόγο να βγείτε”. Το κατάλαβα την επομένη, που μου ’δωσαν το χαρτί. Κάτω από το “αίτηση άδειας”, έγραφε “απορρίπτεται”. Αλλοι τρελαίνονται και τα σπάνε. Εγώ, ούτε μίλησα. Μόνο υπέβαλα πάλι αίτηση. Και μου την έκοψαν ξανά. Λέω “θέλουν να με τρελάνουν, δεν θα τους περάσει”. Και ξανά αίτηση, και ξανά απόρριψη. Την έβδομη φορά, λέω στην κοινωνική λειτουργό “γιατί με κόβετε;”. “Γιατί εσύ δεν θα γυρίσεις”, μου απαντάει. “Εγώ έχω ένα χρόνο ακόμη εδώ, και καθάρισα”, της λέω. “Αν δεν γυρίσω, πώς θα ξεμπλέξω από σας;”. Μετά πήγα στον διευθυντή. “Γιατί τη θες την άδεια;”, με ρωτάει. “Γιατί έξι χρόνια τη μάνα μου τη βλέπω πίσω απ’ το πλαστικό παράθυρο, και θέλω να την αγγίξω”, του είπα.

Το άλλο πρωί, φώναζαν το όνομά μου στα μεγάφωνα, κι ο άλλος που ήταν μαζί μου στο κελί με σκούνταγε - “πήγαινε ρε, βγήκαν οι άδειες”. “Ασε με, ρε φίλε να κοιμηθώ, πάλι πίκρα θα φάω”. Με τα χίλια ζόρια, σηκώθηκα. Παίρνω το χαρτί — “εγκρίνεται” διαβάζω. Αδειασε ο τσαμπουκάς μου σε μια στιγμή. Οχι γιατί θα έβγαινα έξω. Γιατί τους την έσπασα, και τους κατάφερα να με αφήσουν να βγω.

Το βράδυ πριν φύγω, με κύκλωσαν οι άλλοι. Ο ένας μου έλεγε, “φέρε μου, ρε φίλε μια φόρμα γυαλιστερή”, ο άλλος ήθελε να του πάρω ένα ζευγάρι παπούτσια, ο τρίτος μια κουβέρτα... Τους έβαλα όλους στη σειρά, 10-15 ανθρώπους. “Τι θες εσύ;", έλεγα στον πρώτο. Απαντούσε. “Τι θες εσύ;", στον δεύτερο, και πάει λέγοντας. Στο τέλος λέω, “πώς το βλέπετε, μπορώ να τα φέρω όλα αυτά που θέλετε;”. “Οχι” μου λένε. “Σ’ όποιον φέρω”, λέω “υποτιμώ τους άλλους. Αρα δεν φέρνω σε κανέναν και είμαστε όλοι φίλοι”. Το είδαν λογικό αυτό, κι άρχισαν το χαβαλέ. Χοροπήδαγαν όλοι μαζί μες στο κελί μου που θα βγω την επομένη, κι εγώ τους έλεγα “κάντε ησυχία να κοιμηθώ”! Τίποτα δεν ένιωθα, σαν να ήταν άλλος που θα έβγαινε έξω. Στις οκτώ το πρωί, άνοιξε η πόρτα. Εβγαινα εγώ κι ένας τύπος που είχε πάρει 16 άδειες πριν απ’ αυτήν. Με είδε χαλαρό, και μου λέει “πόσες άδειες έχεις πάρει, φίλε;”. Λέω “η πρώτη μου είναι”. “Ασε ρε το δούλεμα”, κάνει. “Ετσι είναι ο κρατούμενος στην πρώτη άδεια;”. Αναγκάστηκα να του δείξω το χαρτί που έγραφε “πρώτη τακτική άδεια” για να με πιστέψει».

Ούτε κρασί ήπια, μόνο πορτοκαλάδα

«Κανείς δεν ήξερε πως βγαίνω, μόνο σ’ ένα φίλο το ’χα πει, κι αυτός δεν το πίστευε, γιατί του είχα κάνει πλάκα πως θα βγω ένα μήνα πριν, και νόμιζε πάλι πως τον δουλεύω. Βγήκα απ’ το τρένο στον σταθμό, τσίμπησα ένα ταξί, “Λυκόβρυση φίλε”, του λέω, ίσια στο σπίτι. Ο πατέρας μου τινάχτηκε σαν ελατήριο με το που με είδε. Είναι σαν εμένα, κλειστός τύπος, δεν ήξερε τι να μου πει, μόνο με κοίταζε. Πήγα εγώ στο δωμάτιό μου, να περιμένω τη μάνα μου να γυρίσει. Επειδή είναι άρρωστη πολύ, την έπιασε ο αδελφός μου απ’ έξω, της είπε “κάποιος σε περιμένει σπίτι”, να μην της έρθει ξαφνικό. Εκείνη νόμιζε πως ήρθε η θεία μου, απ’ τη Γερμανία. Μπαίνει στο δωμάτιο, βλέπει εμένα. Την κρατούσαμε τρεις άνδρες να μην πέσει κάτω. “Θεέ μου, μου ’φερες τον Νίκο μου να τον δω πριν πεθάνω”, έλεγε κι έκλαιγε.

Μ’ έχει δει στα χειρότερά μου η μάνα μου. Με είδε κι όταν μπήκα στην πρώτη μου φυλακή, στα Γιάννενα, κι ήμουνα συνέχεια λιώμα απ’ τα χάπια. Θυμάμαι πως εκεί η φυλακή ήταν σε ύψωμα, κι είχε τοίχους πανύψηλους. Από μέσα, έβλεπες μόνο τα φυλάκια με τους φρουρούς, και ένα τετράγωνο ουρανό, τίποτε άλλο. Είχε τόσο κόσμο που κοιμόμουν στον διάδρομο, στο κρύο. Ημουν και χαρμάνης τότε, που θα πει πως για μένα είχε ακόμη πιο πολύ κρύο. Στα επισκεπτήρια ερχόταν η μάνα μου και δεν μπορούσα όχι να σηκωθώ όρθιος, ούτε να στηθώ στην καρέκλα να την κοιτάξω. Είχα φτάσει 49 κιλά. Μου είπαν μετά πως γύριζε σπίτι κι έκλαιγε. “Δεν θα γυρίσει ο Νίκος”, έλεγε. “Εκεί θα τελειώσει”. Αλλά δεν τελείωσα. Ενα πρωί, φλιπάρισα, αηδίασα με τον εαυτό μου, και τα έκοψα τα χάπια. Στην επόμενη φυλακή, με πήγαν καθαρό.

Εξι μέρες στην άδεια, ούτε κρασί δεν ήπια. Καθόμασταν στο μπαρ, κι εγώ ζητούσα πορτοκαλάδα. Τα τρέλανα τα γκαρσόνια! Και ακόμα και τη μηχανή μου, μισή βόλτα την πήγα. Παλιά θα ήμουνα έξι μέρες καβάλα, να ξεδώσω στο γκάζι, και τώρα την είχα παρκαρισμένη. Βαρέθηκα φαίνεται. Γιατί τα ’ζησα αυτά. Και τη διασκέδαση, και τα ξενύχτια... Ενα δεν έζησα μόνο. Να βρω μια γυναίκα, να έχω ένα σπίτι, και έναν πιτσιρίκο. Αυτό σκεφτόμουν το βράδυ άμα γύριζα σπίτι τις μέρες της άδειας. Πως κάποτε θα γυρίζω, και θα με περιμένει ο μικρός να παίξουμε. Πολύ θα το γούσταρα αυτό».

Δεν βρήκα τίποτα απ’ αυτά που θυμάμαι

«Το βράδυ της Δευτέρας πήρα το τρένο για Λάρισα. Μπορούσα να ξεκινήσω και Τρίτη πρωί, αλλά ήθελα να μη βιάζομαι. Στο τρένο, τρωγόμουν. “Τι θα γίνει; Πότε θα φτάσουμε;”, τον έπρηξα τον ελεγκτή. Ολο τον δρόμο προς τη φυλακή, δεν σκεφτόμουν τίποτα. Φοβόμουν να σκεφτώ, μη μου πει ο εαυτός μου “φύγε! Τρέχα να εξαφανιστείς!”. Ημουν σαν μηχανή: πήγαινα προς τη φυλακή σαν προγραμματισμένος. Εφτασα στην πύλη εννιά η ώρα το πρωί, κι έκατσα απ’ έξω. Περίμενα να τους δω όλους αυτούς που μου έκοβαν τις άδειες τόσον καιρό. Περνούσε ο διευθυντής με τ’ αυτοκίνητο, κι εγώ του έκανα “γεια σας! Πώς είστε;”, απ’ έξω απ’ την πύλη. Πέρασε και η κοινωνική λειτουργός, και οι φύλακες και με κοιτούσαν όλοι σαν χαζοί. Στις δώδεκα που τελείωνε η διορία, μπήκα μέσα. Με έπιασε το “πίτμπουλ” στην είσοδο – έτσι τον λέμε τον φύλακα. Σου παίρνει με ένα μαντίλι τον ιδρώτα απ’ τα χέρια, και με την ανάλυση στο μηχάνημα βρίσκει άμα έκανες ναρκωτικά στην άδεια ή όχι. Μετά σε ψάχνει κιόλας, κι αν βρει τίποτα, κάηκες.

Ενας πιτσιρικάς την πάτησε – αυτός ήταν καθαρός, αλλά κάποιος από μέσα του είπε “φέρε, ρε φίλε, γυρίζοντας ένα μπουφάν που το έχει η μάνα μου”. Το έφερε ο πιτσιρικάς. Το ’πιάσαν οι φύλακες, το ξηλώσανε, και είχε πίσω στην πλάτη, στο σήμα με την πάπια, 30 γραμμάρια ραμμένα μέσα. Αντε μετά να πεις πως δεν είναι για σένα το πακέτο. Εγώ όμως δεν είμαι χθεσινός να την πατήσω. Μπήκα μέσα κύριος. Ούτε ματιά δεν έριξα στην πόρτα όπως έκλεινε. Οι φίλοι μου με κοίταζαν σαν χαζοί: “ρε συ γύρισες; Εγώ ήμουνα σίγουρος πως θα την κοπανήσεις!” έλεγαν. Που θα πει πως δεν είναι φίλοι μου – δεν έχουν καταλάβει τίποτα από μένα. Κρίμα, γιατί κι έξω δεν μου έμειναν φίλοι. Τον Ανδρέα, που μας έπιασαν μαζί, τον μάζεψαν οι φύλακες απ’ το κελί. Κι ο Στέφανος κι ο Γιώργος, υπερβολική δόση, και τέλος. Γλίτωσαν δηλαδή, γιατί δεν θα την έκοβαν ποτέ την πρέζα, κι είναι βασανιστήριο να ζεις έτσι. Οι άλλοι που καθάρισαν έκαναν οικογένεια. Χαίρομαι γι’ αυτούς, μόνο που τώρα βγαίνω έξω και νιώθω ξένος.

Ξέρεις ποια είναι η πλάκα; Που στα επισκεπτήρια εγώ ρώταγα πάντα “τι γίνεται έξω;”, κι όλοι μου έλεγαν “όπως τα θυμάσαι, φίλε…”. Αυτό άκουγα συνέχεια. Ομως, έξω δεν βρήκα τίποτα απ’ αυτά που θυμάμαι. Αλλος κόσμος… Αλλά ξέρω ’γώ; Μπορεί και να μην άλλαξε ο κόσμος. Μπορεί και ν’ άλλαξα εγώ».

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_ell_1_10/02/2008_258650

ΑΡΧΕΙΟ